Παρουσίαση βιβλίου «Στα άδυτα των δυτών».

Παρουσίαση του Βιβλίου «Στα άδυτα των δυτών».
Συγγραφέας Έλενα Χουσνή


Εθνολογικό Μουσείο Θράκης, 17/4/2015

1. Ένταξη της δράσης σε φιλοσοφικό πλαίσιο
Αν προσπαθούσα να εντάξω το βιβλίο σε κάποιο πλαίσιο αποδίδοντας γενικούς όρους, θα σκεφτόμουν την ηθική, την πολιτική και το δίκαιο. Αξίες  πνευματικές των οποίων φορείς είναι οι ήρωες του βιβλίου. Και μάλιστα το πλαίσιο είναι  η διαμάχη αυτών των αξιών, με το εννοιολογικό περιεχόμενο που κουβαλά η κάθε μία μέσα από τη φιλοσοφική συζήτηση αιώνων.
Όταν μιλάμε για πολιτική μιλάμε για πράξεις ή για αποφάσεις πράξεων ελλόγων όντων, που αφορούν το κοινωνικό σύνολο που διαβιεί εντός συγκεκριμένης πολιτείας. Το πνεύμα του ανθρώπου όμως τείνει πάντα προς την αξιολόγηση των πράξεων. Και η αξιολόγηση γίνεται με το ερώτημα που τίθεται «τι πρέπει να πράξω».


Εδώ ο φιλοσοφικός στοχασμός διαχωρίζεται ανάλογα με το περιεχόμενο των ερμηνευτικών προσεγγίσεων που κινούνται στην πρόκριση ενός από τα δίπολα «Είναι και Δέον», «Γεγονός και Αξία», ή «Περιγραφικό και Κανονιστικό». Η ιδεοκρατική παράδοση από τον Πλάτωνα μέχρι και τον Καντ, που έχει επηρεάσει  τον δυτικό τρόπο σκέψης και αντίληψης, θεωρεί ότι ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να πράττει σύμφωνα μ’ έναν αντικειμενικό απόλυτο κανόνα ή δέον. Η ισχύς επομένως του δέοντος στο οποίο πρέπει να συμφωνεί η πράξη πρέπει να είναι απόλυτη, άρα πρέπει ν’ ανήκει στον αμετάβλητο κόσμο των ιδεών, στον κόσμο του πνεύματος, ώστε να είναι κύρους αντικειμενικού. Το καλό, το δίκαιο, το αγαθό αξίες τους πνεύματος απόλυτες, αντλούν το περιεχόμενό τους από τη σφαίρα των νοημάτων και όχι από την εμπειρική ζώσα πραγματικότητα, η οποία πρέπει να υποτάσσεται σ’ αυτά. Σε εμάς αυτές τις ιδέες του Καντ, ανέπτυξαν ο Κανελλόπουλος, ο Θεωδορακόπουλος, ο Τσάτσος, ο Δεσποτόπουλος, ο Παπανούτσος.



Στην παραπάνω άποψη αντιτάσσονται θεωρίες ηθικές που αντλούν  το περιεχόμενό τους από την εμπειρία, από την κοινωνική συμβίωση και από την πραγματικότητα η οποία διαμορφώνεται από την δράση των ελλόγων όντων και η οποία δεν μπορεί να είναι αμέτοχη στη διαμόρφωση των αξιών. Οι θεωρίες αυτού του είδους αναπτύσσουν την έννοια του αγαθού στον ευδαιμονισμό, στον ωφελιμισμό και γενικά διέπονται από καθαρά αισθησιοκρατικές αντιλήψεις που κύριες πηγές τους έχουν ή τον αγγλοσαξωνικό εμπειρισμό, ή τον κοινό θετικισμό ή και την θεωρία του ιστορικού υλισμού.
Ωστόσο οι νεοκαντιανοί γνωρίζουν ότι οι απόλυτες αξίες όταν γίνεται προσπάθεια  να εφαρμοστούν στον κόσμο της σχετικότητας δηλαδή εντός του πλαισίου της κοινωνικής συμβίωσης, δεν μπορούν να παρακάμψουν αυτό το πλαίσιο με τα νοήματά του και τα συμφραζόμενά του. Ότι την μόνη οικουμενική αρχή που μπορούμε ν’ αναγνωρίζουμε είναι το «ήθος», δηλαδή ότι ο άνθρωπος και μόνον αυτός ως έλλογο και πνευματικό όν μπορεί και εκφράζεται με το ήθος και με βάση αυτό δημιουργεί ιστορία.  Κατά τούτο το ήθος είναι κάτι απόλυτο.  Ως ορισμένη όμως διαγωγή συμπεριφοράς με συγκεκριμένο περιεχόμενο το ήθος προσδιορίζεται κάθε φορά ιστορικά. Είναι επομένως κάτι σχετικό, το μεταβλητό, το παραλάσσον κατά τόπο και χρόνο. Αυτό είναι και το αντικείμενο της κριτικής φιλοσοφίας.

2. Χαρακτήρες του βιβλίου


Στο βιβλίο δρουν όπως φαίνεται δύο ομάδες που εκπροσωπούν και συγκεκριμένες τάσεις οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Από τη μία η ομάδα συμφερόντων ενός μεγαλοεπιχειρηματία (του Παυλόπουλου), ο οποίος για την επιδίωξη των στόχων του έχει συστήσει μία υποομάδα (με επικεφαλής τον Παναγιωτόπουλο). Οι στόχοι αυτοί της ομάδας είναι μόνο τα συμφέροντα του επιχειρηματία. Εξουσία και χρήμα. Πλήθος εταιριών με τις οποίες ελέγχει την πολιτική ζωή του τόπου, μέσω της υποομάδας του, στην οποία ανήκει και ο φέρελπις και λίγο διαφορετικός από τους συνηθισμένους πολιτικούς, ο Υπουργός Οικονομικών Χατζησταμάτης. Αποτυπώνεται σ’ αυτήν την ομάδα το είδος εκείνο που εκπροσωπεί το λεγόμενο «δίκαιο του ισχυρού», όπως η θεωρία αυτή αναπτύχθηκε από τους πλατωνικούς Καλλικλή και Θρασύμαχο, πρώιμους νιτσεϊκούς. Ένα «δίκαιο» που προασπίζει τα συμφέροντά των λίγων ή του ενός, αδιαφορώντας πλήρως για το γενικό καλό.  Αυτό όμως το «δίκαιο του ισχυρού» πραγματώνεται στο παρασκήνιο, εκεί όπου τα φώτα είναι χαμηλά, και οι τύχες των πάντων κινούνται ανάλογα από τις διαθέσεις του κλειστής ομάδας, πίνοντας malt και καπνίζοντας πούρα. Εκεί που οι νόμοι και το πολιτικό σύστημα της χώρα καθορίζεται απ’ αυτή την ομάδα με υποχθόνιους τρόπους που φτάνουν ακόμη και στη δολοφονία. Ένα εφιαλτικό και οργουελικό τοπίο δράσης αυτής της ομάδας στο κεφ. 7 που τιτλοφορείται «Μαθήματα αποσταθεροποίησης» και συνεχίζεται στο κεφ. 10 που τιτλοφορείται «Οι εξηγήσεις και η παρεξήγηση». Να επισημάνω ότι αυτή η ομάδα δεν μετουσιώνει απλά το δίκαιο του ισχυρού, αλλά το μετουσιώνει μ’ έναν υπερ – κυνικό τρόπο.
Προσωπικά ένιωσα ότι είναι τα πιο δυνατά κεφάλαια του βιβλίου, διότι περιγράφεται ένα σύστημα πολιτικής διαχείρισης, ανατριχιαστικά κλειστό που όλοι είναι έρμαια των αποφάσεων μίας μόνο μικρής ομάδας, και συνεπώς χάνεται η μεγάλη αξιακή προϋπόθεση της ύπαρξης του ανθρώπου, που είναι ταυτόχρονα και το νόημά του και το νόημα της ίδιας της ιστορίας. Η ελευθερία.
Γι’ αυτήν την ελευθερία όμως μάχεται η δεύτερη ομάδα του βιβλίου ο αρχισυντάκτης Γρηγορίου, η δημοσιογράφος Νάνσυ και ο ερευνητής Μπάμπης. Συνεπώς αποτελεί τον άλλο πόλο δράσης. Η ομάδα αυτή υπηρετεί υψηλόφρονες αξίες όπως η  αρετή, το δίκαιο που ισχύει για όλους και προς όλους και γενικά αντιστοιχεί στην δεοντική κατηγορία που αναφέραμε πιο πάνω. Και τούτο γιατί αντιστέκεται, γνωρίζοντας ότι η αντίσταση αυτή είναι δυνατόν να καμφθεί μόνο με την φυσική τους εξόντωση. Και όμως προχωρούν χωρίς κανένα φόβο, δίνοντας νόημα στην ίδια τους την ύπαρξη, δίνοντας παράδειγμα ήθους. 
Όταν διάβασα το κεφάλαιο που η συγγραφέας αφηγείται και δίνει τα χαρακτηριστικά του αρχισυντάκτη Γρηγορίου, αμέσως σκέφτηκα ότι έτσι είναι η προσωποποίηση της ηθικής ακεραιότητας. Ο άνθρωπος που έχει ως κανόνα ζωής την συνείδησή του την καθαρή συνείδησή του, την άσπιλη σ’ ένα κόσμο βρωμιάς και δολοπλοκίας. Ένα τέτοιο ηθικό ανάστημα μόνο μπορεί ν’ αναμετρηθεί με την ομάδα συμφερόντων. Κανείς άλλος. 

Το ίδιο ισχύει και για τους έτερους φίλους. Ο Μπάμπης είναι ο άλλος ογκόλιθος της ηθικής πραγμάτωσης. Ερευνητής, ορμητικός ιδεολόγος, γεμάτος πάθος, εργατικός και αντικομφορμιστής. Χαρακτηριστική φράση «Τα όρια είναι πεπερασμένα σύνορα για πεπερασμένους ανθρώπους. Ανθρώπους φασόν». Κοντά τους φυσικά ακολουθεί και η Νάνσυ, η οποία ακούραστα εργάζεται για τον κοινό σκοπό. Μία θηλυκή παρουσία που «γλυκαίνει» την παρέα, και φυσικά ποδοπατά τα στερεότυπα για τις γυναίκες δημοσιογράφους, που εντελώς κυνικά ο συνεργάτης του Υπουργού Οικονομικών, κατέταξε στην κατηγορία «γκόμενα». Ένα δροσερό κορίτσι γεμάτο πάθος και ειλικρίνεια, γεμάτη συνείδηση για την σοβαρότητα της αποστολής της που δεν διστάζει να την προκρίνει ακόμη και με αντίτιμο τη ζωή της.
Θεωρώ ότι δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο κλείνει με τα λόγια και την εικόνα της Νάνσυ. Στη δική μου νοητική πρόσληψη η Νάνσυ είναι συνείδηση, πρώτα του Υπουργού και μετά δική μας.
Ιδιαίτερη περίπτωση είναι ο Υπουργός Χατζησταμάτης. Δεν τον εντάσσω σε καμία από τις παραπάνω ομάδες, αν και φαινομενικά ανήκει στην ομάδα συμφερόντων. Όμως είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση. Στην ομάδα συμφερόντων μπήκε για να εκδικηθεί για την προσωπική του τραγωδία, ορμώμενος δηλαδή από ένα ψυχικό βίωμα από ένα συναίσθημα και όχι ορμώμενος από ελεύθερη συνείδηση όπως ο Γρηγορίου και οι άλλοι.  Την ομάδα του Γρηγορίου από την άλλη, θέλησε να την εξυπηρετήσει, όχι όμως για το κοινό καλό, αλλά για την εκπλήρωση πάλι του προσωπικού του σχεδίου. Η εξόντωση της ομάδας συμφερόντων δεν ανταποκρίνεται σε ηθικό κίνητρο, αλλά σε δυσφορικό συναίσθημα  και ως εκ τούτου μειώνει το ηθικό του ανάστημα.  Ο Χατζησταμάτης ενεργεί πάντα υπολογιστικά, είναι μεθοδικός και φροντίζει οι κινήσεις του να είναι επιλεγμένες μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.
Στο κεφάλαιο πέντε που τιτλοφορείται η «Αποστολή» ανακαλύπτουμε ότι «Τίποτα δεν είχε αφήσει  να μπει εμπόδιο  στο σχέδιό του. Τίποτα και κανέναν. Χρειάστηκε ν’ ακολουθήσει μία κοπιώδη και συνεχή εκστρατεία καταστολής κάθε συναισθηματισμού κάθε φωνής της συνείδησής του  που του έλεγε να μην προχωρήσει, να πει όχι, να μη γίνει και αυτός κομμάτι του συστήματος. Τα είχε αγνοήσει επιδεικτικά όλα αυτά, με πόνο ψυχής στην αρχή, σαν καλοκουρδισμένο ρολόι που δεν επιτρέπει να χαθεί ούτε ένα δευτερόλεπτο στη συνέχεια, ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο..». Στις σημειώσεις μου έγραψα όταν διάβασα το χωρίο αυτό, αμέσως και χωρίς σκέψη, και χωρίς να γνωρίζω τη συνέχεια «επικίνδυνος», όπως κάθε άνθρωπος που καταρρακώνει την συνείδησή του για να εξυπηρετήσει κάθε εγωτισμό του, ακόμη και αν ο σκοπός αυτός μας φαίνεται δίκαιος. Στην πορεία του βιβλίου φαίνεται τι σημαίνει να εξυπηρετήσει το σχέδιό του. Φαίνεται τι τον καθιστά επικίνδυνο. Και όταν η τραγωδία ολοκληρώνεται έρχεται η ώρα της ευθύνης και εκεί τίθενται τα διλήμματα. Είναι αυτά τα οποία θα αναπτύξουν την ηθική συνείδηση του ίδιου και θα τον φτάσουν στα όριά του, εκπληρώνοντας την πλήρη αυτονομία του και παραδίνοντάς τον σ’ εμάς τους αναγνώστες αποκαθαρμένο.
Θεωρώ ότι ο Χατζησταμάτης είναι ο μέσος όρος που κινείται ανάμεσα στους δύο πόλους και τους γεφυρώνει τις ακραίες μορφές συνείδησης που αναπτύξαμε στην αρχή. Είναι το πάθος το ίδιο, που όπως ο Καζαντζάκης στα «Σόδομα και Γόμορα», βάζει τον Λώτ να λέει ότι «η ζωή δεν είναι περιβόλι, γκρεμός είναι και γκρεμίζομαι», που ζει στα όρια της τραγωδίας. Που ηθική, πολιτική, σχέδια και φιλοδοξίες, προσωπικές τραγωδίες, τυραννικά αισθήματα εκδίκησης, μπλέκονται εντός του ως ένα κουβάρι. Θεωρώ ότι τελικά είναι ο πρώτος ήρωας του βιβλίου, για μένα είναι ο πρωταγωνιστής.

3. Πολιτικό σύστημα και διαφθορά
Θα ήθελα να επιμείνω λίγο παραπάνω στα κεφάλαια 7 και 10, που αναφέρθηκαν παραπάνω γιατί τα θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικά ως προς την ανάπτυξη της έννοιας της πολιτικής. Εκεί λοιπόν εξιστορείται το σχέδιο διαμόρφωσης του πολιτικού συστήματος. Εντυπωσιακές περιγραφές, που συνδυάζουν ατμόσφαιρα νουάρ και συνωμοσίας προκαλώντας ανατριχίλα στον αναγνώστη που διαπιστώνει την ύπαρξη σχεδίου κατεύθυνσης της πολιτικής ζωής, της πολιτικής δράσης που εκδηλώνεται ακόμη και με την χειραγώγηση της ψήφου. Μας εντυπωσιάζει ο χαρακτηρισμός από τα χείλη του Παναγιωτόπουλου «κατ’ επίφαση δημοκρατίας» ή η φράση «η οργή εκτονώθηκε και οι πολίτες είχαν την αυταπάτη ότι είχαν φτιάξει μία νέα εικόνα του πολιτικού συστήματος». Κανένας νόμος, κανένας έλεγχος γι’ αυτή την ομάδα. Ένα καθοδηγούμενο σύστημα στο οποίο οι τύχες των πολλών κρέμονται από τις διαθέσεις αυτής της ομάδας.
Υπάρχουν φράσεις απίστευτου κυνισμού από τα χείλη του Παναγιωτόπουλου, για το ναυάγιο π.χ. «στο σχεδιασμό μας τα θύματα δεν ξεπερνούσαν τα τριάντα υπήρξε όμως κακός χειρισμός και ξεφύγαμε λιγάκι». Η ομολογία επίσης ότι «όσα προβλήματα και αν έχει στη ζωή σου, όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τέτοιες εικόνες που φροντίσαμε να αναπαραχθούν  σε μέγιστο βαθμό, με πτώματα μικρών παιδιών, με συγγενείς που μοιρολογούν, με αλαφιασμένους επιζώντες που περιγράφουν την οδυνηρή εμπειρία από την οποία κατόρθωσαν να βγουν ζωντανοί, τότε αναθεωρείς και η ψυχολογία σου αλλάζει. «Όσα προβλήματα και αν έχω, είμαι ζωντανός και δεν έχω χάσει τους ανθρώπους που αγαπώ» σκέφτεσαι. Πρόκειται για μία ψυχολογική διαδικασία που αποδεδειγμένα μειώνει την αρνητική διάθεση και αυτό που μας ενδιαφέρει, ξεφουσκώνει την οργή αντικαθιστώντάς την με ανακούφιση.»
Αυτό το χωρίο μου θυμίζει στη νουβέλα του Τολστόι «ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», τον φίλο του θανόντα που μονολογεί λέγοντας ότι «λές και ο θάνατος είναι ένα πράγμα που δεν μπορούσε παρά να συμβεί μόνο στον Ιβάν Ίλιτς και αυτόν δεν τον αφορούσε καθόλου».
Και όπως είναι φυσικό μας θέτει μπροστά στη δύναμη της ζωικής ορμής, του ενστίκτου επιβίωσης του δυνατότερου απ’ όλα τα ένστικτα, που συνεχίζει να καθοδηγεί τις δράσεις και τις πράξεις μας. Ταϊζοντας  αυτό το ένστικτο η ομάδα του Παναγιωτόπουλου ξέρουν ότι έχουν επιτύχει την χειραγώγηση.
Η αντιμετώπιση των πολλών περιγράφεται εξίσου κυνικά, στην ερώτηση του Χατζησταμάτη, γιατί τόσοι νεκροί, «γιατί είναι κτήμα μας».
Από κει και πέρα αρχίζει ο κλυδωνισμός του Χατζησταμάτη, αρχίζει η κορύφωση του δράματος που φτάνει στον επίλογο του βιβλίου όπου αποκαλύπτεται «η εκδίκηση που σχεδίαζε ολοκληρωνόταν. Όμως καμία χαρά. Όπως είναι φυσικό για κάθε εκδίκηση», μας λέει η συγγραφέας, και πολύ σωστά. Καταδεικνύεται ότι ο Χατζησταμάτης είναι μία σκιά τραγική η οποία θέλει να εξαφανιστεί. Γι’ αυτό ανέφερα ότι είναι «επικίνδυνος», γιατί έχει μόνο πόνο και ελπίδα καμία.

4. Επίλογος, εντυπώσεις
Το βιβλίο είναι γεμάτο νοήματα. Στη δική μου ανάγνωση, κυριάρχησε το διαρκές πρόβλημα της σύζευξης πολιτικής και ηθικής. Μία προβληματικότητα η οποία έχει οδηγήσει τη συναφή επιχειρηματολογία στην αποσύνδεση της πολιτικής από ηθικά κριτήρια και επικλήσεις. Πράγμα όχι εντελώς άστοχο  δεδομένου ότι η διεκδίκηση και η άσκηση της πολιτικής εξουσίας δεν είναι πάντοτε απόλυτα συμβατή με ηθικά διλήμματα και αναστολές. Έτσι λοιπόν υπάρχουν έντονες αντιρρήσεις στο δόγμα που επικράτησε επηρεασμένο από το ρεύμα της καντιανής ηθικής «η πολιτική είναι εφαρμοσμένη ηθική».
Δεν μπορεί όμως να αντικρουστεί σοβαρά το βασικό μοτίβο που ανέφερα στην αρχή της παρουσίασης, ότι δηλαδή η πολιτική τόσο υπό την έννοια των μορφών πολιτικής δράσης όσο και των τρόπων μελέτης αυτών των μορφών δεν μπορεί να είναι απαλλαγμένο από αξιολογικές κρίσεις, άρα είναι μία ηθική δραστηριότητα.
Μετά απ’ αυτό όμως, σύγχρονοι πολιτικοί φιλόσοφοι και στοχαστές όπως ο Reymond Guess, απορρίπτουν την ιδεώδη θεωρία της ηθικής, και διαπιστώνουν ότι η ηθική μπορεί  να συνάγεται απλώς από την έννοια της εμπρόθετης ορθολογικής δράσης και της απόλυτης συνέπειας της βούλησης.
Συνέπεια της βούλησης όμως σε τι; Είναι το άμεσο ερώτημα που προκύπτει.
Η βούληση πάντα χρειάζεται ένα σταθερό σημείο αναφοράς, για να μπορέσει να επιλέξει τι θα προκρίνει. Και εκεί έγκειται η ελευθερία της.
Στο βιβλίο είδαμε με ιδιαίτερα ρεαλιστικό τρόπο  την κρίση της πολιτικής και μάλιστα την κρίση νομιμοποίησης που τη διατρέχει, όπως αυτή εκφράζεται από την ομάδα συμφερόντων του Παυλόπουλου- Παναγιωτόπουλου. Η φράση «ιατί είναι κτήμα μας»ακόμη ηχεί στ’ αφτιά μου σαν αντίλαλος ιστορικών εποχών που στιγμάτισαν την ανθρωπότητα. Μπροστά σ’ αυτή τη φράση τι θα αντιτάξω; Πως θ’ αντιμετωπίσω φιλοσοφικά αρχικά και με την δράση μου ως πολιτικό και έλλογο ον στη συνέχεια αυτή την κατηγορία «δικαίου» που μπορεί να με οδηγήσει σ’ ένα «ναυάγιο»;
Σ’ αυτή τη φράση θα αντέτασσα το υψηλό φρόνημα όπως εκφράζεται από τη συνείδηση του Γρηγορίου. Ένας ογκόλιθος ηθικής. Ένας δεοντολογικός τύπος, «οδοστρωτήρας» , όπως αναφέρει η συγγραφέας στο βιβλίο της. Μόνο αυτοί οι άνθρωποι που ζουν στα άκρα της ακεραιότητας, που δεν κόβουν κομμάτι ηθικής υπόστασης για κανέναν, που υπακούουν στο νόμο της συνείδησής τους μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτές τις ομάδες. Και μόνο αυτοί μπορούν ν’ ανοίξουν τον δρόμο για ν’ ανασάνουμε εμείς οι υπόλοιποι ελεύθεροι.







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Υπό το φως του μυθιστορήματος» -Σταύρος Ζουμπουλάκης, Εκδόσεις Πόλις

Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς, Γκέοργκ Τρακλ (μετ. Ν. Ερηνάκης)

Ο θησαυρός των ταπεινών, Μωρίς Μάτερλινκ