"Μέρες και νύχτες που δεν ήταν δικές μας", Ελισάβετ Παπαδοπούλου
Οι Εκδόσεις Καστανιώτη, το Βιβλιοπωλείο +βιβλία
Καφετζή, το διαδικτυακό περιοδικό ArtPress- Παραμεθόριες Ματιές στον Πολιτισμό και
ο Δικηγορικός Σύλλογος Αλεξανδρούπολης διοργάνωσαν την Παρασκευή 15.5.2015
εκδήλωση στην αυλή του βιβλιοπωλείου +βιβλία Καφετζή, για την παρουσίαση του
νέου μυθιστορήματος της Ελισάβετ Παπαδοπούλου «Μέρες και νύχτες που δεν ήταν
δικές μας». Για το βιβλίο μίλησα και εγώ μαζί με τη συγγραφέα κ. Τολούδη Μαρία,
ενώ αποσπάσματα διάβασε η δημοσιογράφος-ηθοποιός κ. Μαρία Παπαδοπούλου.
Και
συνεχίζει «η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι χωρίς αγάπη δεν
ωριμάζουν εντελώς».
Η
αναφορά της κ. Παπαδοπούλου στον Ύμνο της Αγάπης, όπως είναι γνωστό στον
χριστιανικό κόσμο το τμήμα του 13ου Κεφαλαίου της Προς Κορινθίους Α΄
επιστολής του Αποστόλου Παύλου, δεν γίνεται τυχαία.
Φυσικά
και πρόκειται για μία μεγάλη ιστορία
αγάπης, όπως αναφέρεται και στο
προσανατολιστικό οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Για
να μην αδικηθεί όμως το μυθιστόρημα, πρέπει να προσθέσουμε ότι ταυτόχρονα αποτελεί και μία ιστορία κατανόησης και συγχώρεσης.
Άλλωστε η αγάπη αναπτύσσεται στην πλέρια μορφή της σε κείνους τους ψυχισμούς που πρώτα απ’ όλα
μπορούν και συγχωρούν, μπορούν και αντιμιλούν στην προσέγγιση της μοίρας.
Το
οικογενειακό περιβάλλον που μεγάλωσαν η Αθηνά και η Άννα, οι δύο αδερφές, δεν
αποτελεί πρότυπο ανάπτυξης υγιών προσωπικοτήτων ή παιδιών με αυτοπεποίθηση. Το
αντίθετο μάλιστα. Η μητέρα με κατάθλιψη,
ανήμπορη να διαχειρισθεί καταστάσεις, ο πατέρας απών, θαμώνας του πάθους της
χαρτοπαιξίας. Μάλιστα κάπου στην αφήγηση λέγεται ότι «αυτοί δεν ήξεραν πώς να μεγαλώσουν παιδιά».
Θα
ήταν κατανοητό λοιπόν να γίνει ένα ξεκαθάρισμα και να ζητηθεί η αποκοπή απ’
αυτό το περιβάλλον τελεσίδικα και αμετάκλητα. Και όμως η Αθηνά «αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι αυτό που
προσπάθησε να πετύχει ήταν αδύνατο. Δεν μπορείς να υπάρξεις δίχως ρίζες, δεν
μπορείς να προχωρήσεις προς στο μέλλον σου κόβοντας κάθε δεσμό με το παρελθόν».
Από
την άλλη το γεωγραφικό και πολιτικό περιβάλλον, η ακριτική αγροτική περιοχή του
Διδυμοτείχου, η εποχή της αρχής της μεταπολίτευσης, η Ελλάδα που έψαχνε
ταυτότητα δηλαδή ιστορία, η δεκαετία του ΄80 ορόσημο της αλλαγής, δεν μπορούν
ν’ αφήσουν ανεπηρέαστους τους ψυχισμούς των ηρώων, που σημαδεύονται αλλά και
σημαδεύουν την ιστορία με τον τρόπο τους.
Η
Αθηνά είναι μία πραγματικά αυτοδημιούργητη πετυχημένη δικηγόρος. Μία
πνευματώδης γυναίκα, που από παιδί ρουφούσε τα βιβλία, τη γνώση, προκειμένου να
γλιτώσει από την αδιαφορία της οικογένειάς της. Και όταν οι εποχές άλλαξαν,
βρέθηκε καταμεσής μίας αγωνίας, να μην κάνει την λάθος κίνηση στην καριέρα της,
καθώς ήταν «αρνητική σ’ αυτό τον
πολιτισμικό πολτό που περιλάμβανε τα πάντα εκτός από πολιτισμό».
Ο
Αλέξανδρος από την άλλη, αρχιτέκτονας, ρομαντικός, ιδεαλιστής που «του άρεσε να πιστεύει πως ήταν εκείνος ο
σπουδαίος τύπος που θα δημιουργούσε τους χώρους όπου οι άνθρωποι θα στέγαζαν τα
όνειρά τους, όπου οι άνθρωποι θα επανεφεύρισκαν τους εαυτούς τους».
Η
μικρότερη αδερφή η Άννα, μας συστήνεται προς το τέλος του βιβλίου με περισσή
δεξιοτεχνία από τη συγγραφέα «ήταν
αθυρόστομη, αυθόρμητη και πάντα βιαστική. Δεν είχε καταπιεί, ούτε είχε
παρακάμψει βουβά το παραμικρό. Σε καμία κολακεία και προσβολή της ζωής της δεν
είχε απαντήσει με σιωπή. Από κάθε
ευτυχία και κάθε στεναχώρια είχε ελευθερωθεί με τη βοήθεια ενός ποταμού λέξεων,
και πάλι της περίσσευαν τόσες πολλές, που δεν ήξερε τι να της κάνει. Έτσι
ξεκίνησε να γράφει».
Φυσικά
όλους αυτούς τους αντιμάχονται οι δυνάμεις της ύλης, του εύκολου χρήματος, των
μπουζουκιών, των πάρτι, της σπατάλης και της φαύλης επιδειξιομανίας. Εκπρόσωποι
αυτής της τάσης η Λώρα, γυναίκα του Αλέξανδρου, η θεία Καλπινίκη και ο
Βρασίδας, ο Φοίβος Σερέζης.
Από
την αρχή του μυθιστορήματος η συγγραφέας κάνει εμφανείς τις προθέσεις της. Οι ήρωες της δεν θα είναι τυχαίοι, η ιστορία θα γίνει
ιστορία και θα ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες γιατί θα έχει το μυστήριο εκείνο
στοιχείο που ανακατεύει τον κόσμο και τον κάνει πάντα άγνωστο και εξερευνητέο.
Ένας φαντάρος λοιπόν (ο Αλέξανδρος) θα χαρίσει στην νεαρότατη Αθηνά ένα βιβλίο.
Όχι όμως ένα οποιοδήποτε βιβλίο αλλά τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμύ. Με αφορμή αυτό
το βιβλίο απογειώνεται η ιστορία. Μάλιστα στην αρχή αναφέρεται ως «Ξένος» και ο ίδιος ο Αλέξανδρος.
Δεν
νομίζω ότι η επιλογή του βιβλίου είναι τυχαία. Ο «Ξένος» είναι ένα
πολυδιαβασμένο βιβλίο που έβαλε τις βάσεις για μία άλλη αναζήτηση των
απαντήσεων της υπαρξιακής αγωνίας. Ο «Ξένος» του Καμύ ζει μέσα σ’ ένα είδος
νάρκης, σε μία παράξενη αδιαφορία. Φέρεται σαν να μην έχει η ζωή κανένα νόημα,
αποδεχόμενος μοιρολατρικά και τη βαρύτατη ακόμη κατηγορία της δολοφονίας.
Αν
λοιπόν συνειδητοποιήσουμε το περιβάλλον
στο οποίο μεγάλωσαν η Αθηνά με την αδερφή της την Άννα, ένα περιβάλλον αδιαφορίας,
θα υπέθετε κανείς ότι δεν θα μπορούσαν
να ξεφύγουν ποτέ από τον κύκλο της βαριάς μοίρας τους. Ότι πολύ εύκολα θα
παρασύρονταν από την χαύνωση της αγροτικής ακριτικής επαρχίας και του
μικρόκοσμου της οικογένειάς τους που φέρεται σαν να μην έχουν παιδιά.
Και
όμως μέσα στο βιβλίο η Αθηνά φαίνεται ότι έχει ένα μότο: «Να προχωράς παρ’ όλες τις απώλειες. Παρ’ όλα αυτά να προχωράς. Πρώτη
φορά φοβόταν ότι ήθελε να σταματήσει», μετά από τη συνάντησή της με τον
Αλέξανδρο, μας αφηγείται η συγγραφέας.
Θέλουν
και προχωρούν πέρα απ’ αυτό το περιβάλλον, χωρίς βέβαια να έχουν κλείσει
οριστικά και τελεσίδικα τους λογαριασμούς τους μ’ αυτό και με το παρελθόν τους.
Τούτο γιατί «ο Γιώργος και η Καίτη (οι
γονείς) ήταν για τα παιδιά τους αχαρτογράφητοι. Για τα παιδιά τους, αυτοί οι
άνθρωποι ήταν υπεύθυνοι που εκείνα δεν είχαν ακόμη αναρρώσει από την παιδική
τους ηλικία».
Ο
Αλέξανδρος, από την άλλη δοκιμάζεται και δοκιμάζει τις αντοχές του. Παρασύρεται
από την αβάσταχτη αξία της ελαφρότητας και της τρυφηλότητας που εκπροσωπεί η
Λώρα και η παρέα της, καθώς ο ίδιος δεν έλαβε καμία τέτοια δόση στο περιβάλλον
διανοουμένων όπου μεγάλωσε. Χαρακτηριστική αναφορά για την οικογένεια του
Αλέξανδρου «τα αισθήματα τα θυσιάζεις τις
ιδέες πάλι όχι, αντίθετα θυσιάζεσαι γι’ αυτές».
Δεν
είναι δύσκολο λοιπόν να αντιληφθεί κανείς ότι αυτά τα πλάσματα, μ’ αυτού του
είδους την πνευματικότητα, θα αντιμετωπίζουν προβλήματα προσαρμοστικότητας στη
νέα εποχή που έρχεται και περιγράφεται στο βιβλίο. Μία εποχή της ταχύτητας, των
εξυπνακισμών, της δικτατορίας των Μ.Μ.Ε., των celebrities,
με όνειρα για ιδιοκτησίες - επαύλεις στην Εκάλη, με επιδοτήσεις από τον
αναπτυξιακό νόμο κλπ. Η συγγραφέας φυσικά μέσω των ηρώων της αλλά και στην ίδια
την αφήγηση παίρνει θέση απέναντι σε όλα αυτά.
Η
ιστορία λοιπόν έχει πολλά μέτωπα και δεν είναι μονοθεματική. Ο πνευματισμός των
ηρώων που αναπτύχθηκε με βάση τα παιδικά τους βιώματα, πρέπει να συγκρουστεί με
τα νέα δεδομένα. Ήδη η Αθηνά μας λέει ότι αισθάνεται «αρνητική» στο νέο που
έρχεται. Ο δε Αλέξανδρος πρέπει να πάρει αποφάσεις για την ζωή του που
κατάντησε ένα τεράστιο πάρτι, υπό τον έλεγχο της γυναίκας του.
Δύο
φορές στη διάρκεια της ιστορίας οι δύο ήρωες έρχονται αντιμέτωποι μ’ έναν
καθρέφτη. Και θεωρώ το σημείο αυτό κομβικό και συμβολικό στη διαδικασία της
αφήγησης. Ο Αλέξανδρος καθώς κοιτάζεται, βλέπει «έναν καλοντυμένο τύπο, μα πίσω από τα πανάκριβα ρούχα, μία ψυχή
γυμνή». Η Αθηνά βλέπει «ένα
δεκατετράχρονο κορίτσι, προδομένο από την ψευδαίσθηση ότι με μεγάλη επιμονή
μπορείς να τα καταφέρεις τα πάντα μόνη σου».
Ψυχική
ερημιά, το αντικατόπτρισμα των ειδώλων, η μοναξιά. Μόνοι μεταξύ τους και μόνοι
απέναντι στην εποχή. Προσωρινά ωστόσο. Η μοναξιά δεν είναι συστατικό της
ανθρώπινης φύσης. Η σιωπή όμως είναι. Και πολλές φορές εκλαμβάνεται αυτή ως
μοναξιά. Ακόμη και μεταξύ τους όταν συναντήθηκαν η Αθηνά βουτούσε στη σιωπή
αυτά που ήθελε να του πει όπως, «πνίγομαι
πεθαίνω μακριά σου. Τα λόγια μου είναι απίστευτα ανεπαρκή, δεν βρίσκω τι να σου
πω. Το πέρασμα του χρόνου που λένε ότι κλείνει όλες τις πληγές δεν έκλεισε τη
δική μου». Μας έρχεται στη μνήμη ο Maurice Maeterlinck που έλεγε ότι «…μόλις έχουμε στ’
αλήθεια κάτι να πούμε μεταξύ μας, είμαστε αναγκασμένοι να σιωπήσουμε.
Αυτός
ο κώδικας της μοναξιάς πρόκειται να σπάσει στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου
που όπως ανέφερα στην αρχή, τιτλοφορείται «Καλοκαίρι». Εκεί οι ήρωες όλοι
συναντιούνται με αφορμή τον θάνατο του παππού Οδυσσέα. Όλοι κουβαλώντας την
πορεία των εποχών, των εμπειριών, τα σημάδια της πολιτικής ιστορίας και της
προσωπικής αξιοσύνης, εντυπωμένα στις πράξεις και στα συναισθήματα.
Σε μία σειρά από συγκλονιστικές περιγραφές
και αποκαλύψεις αρχίζει η συμφιλίωση με το παρελθόν που σημαίνει πάνω από όλα
κατανόηση και συγχώρεση. Σε όλο το βιβλίο οι γονείς της Αθηνάς και της Άννας,
δεν αναφέρονται με αυτή τους την ιδιότητα. Απουσιάζουν οι λέξεις «πατέρας»,
«μητέρα» «γονιός», από την αφήγηση της συγγραφέως. Μόνο με τα μικρά τους
ονόματα και μόνο στη σκηνή που η Καίτη (η μάνα), αποκτά κάποια προσδοκία ίασης,
τότε γίνεται μία γενική αναφορά σε «μαμάδες»
που «τυχαίνει σε ορισμένες στιγμές
να ξεχνάνε ότι έχουν ολοκληρωτικά στην κατοχή τους ένα οχτάχρονο παιδί». Ακόμη
και στη σκηνή που η Αθηνά θα πάει να πιάσει δουλειά στο γραφείο του μεγαλοδικηγόρου
Σερέζη, ενώ θα έχει στα χέρια της τα ζάρια του «Γιώργου», ενώ θα φοράει το
ζακάρ της «Καίτης», εμείς μόνο στην ανάγνωση θα πούμε από μέσα μας «α! οι
γονείς της». Αυτό το αμφίσημο, αυτό το τόσο αναπάντεχα αόριστο ρίζωμα- ξερίζωμα
με το παρελθόν.
Η
Άννα πρώτη λοιπόν ομολογεί ότι τους γονείς της χρόνια τώρα προσπαθούσε να τους
καταλάβει και όχι να τους μισήσει. Η γραφή της συγγραφέως μας αποκαλύπτει σε
μερικές σελίδες υψηλού λογοτεχνικού ύφους, την πρόσληψη του πατέρα στα μάτια
της Άννας, ως ενός ασυμβίβαστου ημίθεου, που αναζήτησε το πάθος και τις
συγκινήσεις με τον τρόπο που του προσφερόταν τότε, την χαρτοπαιξία.
Δύσκολο
να καταβυθιστείς και να προσπαθήσεις να κατανοήσεις τον γονιό σου. Ωστόσο το
μόνο λυτρωτικό. Η Άννα το κάνει και το μεταφέρει στην Αθηνά «πιστεύω στ’ αλήθεια οι γονείς μας μας
αγαπούσαν. Μόνο που δεν ήξεραν πώς να το κάνουν».
Ο
Γιώργος και η Καίτη γίνονται στις τελευταίες μόλις σελίδες του βιβλίου
«γονείς», αποκτούν ιδιότητα, υπόσταση, σημαίνουν κάτι για τα παιδιά.
Οι
δύο αδερφές με διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισαν την ίδια ψυχική αναγκαιότητα,
που εκκολάφθηκε σ’ αυτό το οικογενειακό περιβάλλον. Η Άννα ήθελε να γίνει ορατή
και ξεκίνησε να γράφει. Η Αθηνά ομολογεί πως ολόκληρη η καριέρα της, στην οποία
αφιέρωσε τον εαυτό της και τώρα αισθάνεται μία κοινότοπη δικηγόρος, στηρίχθηκε
στην προσπάθεια να πει στον Αλέξανδρο «κοίταξέ με».
Στη
συνέχεια με τη σειρά της παραδίνεται στο αρχετυπικό συναίσθημα που αναβλύζει
για κάθε άνθρωπο από την ρίζα του την ίδια. Από την μήτρα, από το αμνιακό υγρό.
«Η Αθηνά ένιωσε μία παρόρμηση ν’
αγκαλιάσει την Καίτη».
Η
μοναξιά καταλύεται σιγά σιγά και η κατανόηση των άλλων επιδρά θεραπευτικά ως
προσωπική άφεση.
Στον
«Ξένο» του Καμύ, η ύπαρξη τίθεται στη βάση της ζωής χωρίς νόημα, με αναφορά σε μία κηδεία. Ο Μερσώ στη διάσημη
σκηνή της κηδείας της μητέρας του, καπνίζει μπροστά στο φέρετρο, «γιατί δεν
έχει καμία σημασία».
Στο
Διδυμότειχο με αφορμή μία κηδεία πάλι, η ύπαρξη τίθεται ως σκοπός κατανόησης αυτής
της ίδιας. Η Αθηνά είχε μία σφοδρή επιθυμία να ζουλήξει με τα δάχτυλά της την
ζύμη, που ετοίμαζε η μητέρα της, να ανακατευτεί στους μητρικούς χυμούς, που δεν
γεύτηκε μικρή.
Στο
τέλος τέλος στη σιωπή της νύχτας, όταν όλα τέλειωσαν και το χώμα πήρε από τον
παππού Οδυσσέα το μερτικό του, ένας άλλος ήρωας έχει την επιθυμία να καπνίσει.
Ο ξένος, ο Αλέξανδρος, σπάζοντας τους δικούς του κώδικες αδυναμίας, ανάβει το
τσιγάρο του. Όχι όμως ως ενστιγματική κίνηση, ριζωμένη συνήθεια βαθιά στην
ύπαρξή του, αλλά ως σινιάλο μίας προσδοκίας που έτεινε να ολοκληρωθεί.
Το
βιβλίο αρχίζει με το καλοκαίρι του ’75 και τελειώνει μ’ ένα άλλο καλοκαίρι,
είκοσι χρόνια αργότερα.
Οι
προτάσεις της κ. Παπαδοπούλου είναι στιχουργικές, και αποκαλύπτουν τα βαθύτερα
νοήματα του κόσμου και των εποχών που ανήκουν και κινούνται οι ήρωες και δεν
περιορίζονται στο αισθητικό μόνο αποτέλεσμα. Οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις
στο κείμενο λειτουργούν ώστε κάθε στιγμή στην καταγεγραμμένη ιστορική και
πολιτική πραγματικότητα της αφήγησης, να
έχουμε εικόνα και της ψυχικής πραγματικότητας των ηρώων.
Σ’
αυτή την αφήγηση παρελαύνουν ονόματα πολιτικών αλλά και ανθρώπων της τέχνης και
της φιλοσοφίας όπως ο Μισέλ Φουκώ, ο Ζαννάς μεταφραστής του Προυστ, ο Γκάτσος,
ο Χατζιδάκης, χώροι όπως το «Νταντά» όπου ο Καρούζος ξημερώματα απάγγειλε ποιήματα
που έγραφε σε κουτιά από τσιγάρα, η ακόμη και το περίφημο «Studio 54» της Νέας Υόρκης.
Είκοσι χρόνια όπου αποτυπώνεται η νεώτερη
ιστορία της Ελλάδας. Οι αντιθέσεις της, τα ενοχικά σύνδρομα ενός λαού που
ψάχνει και μπερδεύεται ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Το
μυθιστόρημα είναι εξαιρετικά συμπαγές και στέρεο. Συναισθήματα, πραγματικότητα,
ερωτισμός, διάθεση αναλυτική, πολιτικές κρίσεις, όλα βρίσκονται στις σωστές
δόσεις και στους κατάλληλους χρόνους. Η αφηγηματική διαδρομή των είκοσι χρόνων
που καλύπτει το βιβλίο, προϋποθέτει ιδιαίτερη δεξιοτεχνία, ώστε να κρατηθεί η
αφήγηση σε τόνους που δεν θα καταποντιστούν οι ήρωες στη δίνη των εποχών που
εναλλάσσονται. Η συγγραφέας αφήνει ήρωες και εποχές να ταιριάζουν στην τόση
σημασία τους, όση πρέπει να λάβουμε εμείς οι αναγνώστες, ώστε να μην υπερβεί η εποχή τους ήρωες ή οι ήρωες
την εποχή και αποκλειστούν από την αναγνωστική μας εμπειρία τα συνθετικά
στοιχεία μεταξύ μύθου και πραγματικότητας.







Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου