Η ελαφρότητα της λήθης. (Φρανσουά Ρικάρ «Το τελευταίο απόγευμα της Ανιές. Δοκίμιο για το έργο του Μίλαν Κούντερα»)

 Το 1971 ο Μίρεκ λέει ότι ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη.  Ο Μίρεκ αφήνει τα σημειώματά του αφύλαχτα, διατηρεί το ημερολόγιό του και την αλληλογραφία του, γιατί θεωρεί ότι το Σύνταγμα εγγυάται την ελευθερία του λόγου. Και πριν πειστεί για τη διαφύλαξη του υλικού του, σπεύδει να συναντήσει την πρώην φίλη του τη Ζντένα, για να της ζητήσει τα γράμματά του. Τα γράμματά του που «πρέπει να ήταν τρομερά συναισθηματικά». Γιατί ο Μίρεκ ήθελε πίσω  τα γράμματα; «Φαντάζεται να παίρνει αυτό το δεματάκι, να σταματάει στο πιο κοντινό καλάθι των αχρήστων, να πιάνει αυτά τα γράμματα με σιχασιά στα δυο του δάχτυλα, σαν να ήταν χαρτί τουαλέτας λερωμένο από σκατά, και να τα πετάει στα σκουπίδια».
Το παραπάνω σημείο είναι από το πρώτο μέρος του Βιβλίου του γέλιου και της λήθης που τιτλοφορείται Τα χαμένα γράμματα. Ο Κούντερα το ολοκλήρωσε  το 1978. Ανήκει στον κύκλο των τριών τσέχικων μυθιστορημάτων που γράφτηκαν στη Ρεν και στο Παρίσι, μαζί με την Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι και την Αθανασία.

Ο Φρανσουά Ρικάρ, είναι ένας από τους πιο σοβαρούς μελετητές του έργου του Κούντερα. Στο έργο του Το τελευταίο απόγευμα της Ανιές. Δοκίμιο για το έργο του Μίλαν Κούντερα (Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Μετ. Γιάννη Κιουρτσάκη), αναφέρει ότι το Βιβλίο του γέλιου και της λήθης είναι ένα έργο σταυροδρόμι, όσον αφορά την κειμενική χειραφέτηση του συγγραφέα. Το αφηγηματικό «εγώ», δίνει τη θέση του στο μυθιστοριογραφικό «εγώ», δηλαδή «ως αρχιμάστορας και συνάμα ως δικαιούχος του μυθιστορήματος που χτίζεται».
Η κατασκευή αυτού του μυθιστορήματος παρουσιάζει έναν υψηλό βαθμό ετερογένειας, αφού αποτελείται από επτά μέρη –ιστορίες, (από τις οποίες μόνο η τέταρτη και η έκτη, παρουσιάζουν μία σύνδεση αναφορικά με το πρόσωπο της ηρωίδας, της Ταμίνα), η κάθε μία από τις οποίες διαθέτει δικά της πρόσωπα, χωρίς να έχουν μεταξύ τους κανένα χρονολογικό ή αιτιώδη σύνδεσμο.
Αυτή η ετερογένεια όμως, δεν είναι παρά οι παραλλαγές (όπως στη μουσική) πάνω στο ίδιο θέμα. Τα σημεία του ίδιου θεματικού συμπλέγματος. Σύμφωνα με τον Ρικάρ, «ανάμεσα σ’ αυτά τα μέρη δεν υπάρχει καμία αιτιώδης ή χρονική συνάφεια εκτός από την ελάχιστη σχέση ανάμεσα στο τέταρτο και στο έκτο μέρος, που θα μπορούσαν να διαβαστούν ως δύο διαδοχικές στιγμές της ιστορίας της Ταμίνα. Κατά τα λοιπά, κάθε ιδιαίτερο αφήγημα, κάθε περιπέτεια…. αποτελούν από δραματική άποψη, «καθαρά» επεισόδια, που φαίνονται ακόμη πιο «αυθαίρετα», εξαιτίας του ότι δεν υπάρχει εδώ κοινή πλοκή, με την οποία θα μπορούσαν να συνδεθούν, μοιάζουν θα έλεγες με παρενθέσεις στο εσωτερικό μιας σβησμένης φράσης». Ο Ρικάρ αναγνωρίζει ότι «τίποτα ωστόσο, καμία σκηνή, κανένα πρόσωπο, κανένας στοχασμός δεν θα μπορούσε να αφαιρεθεί από το βιβλίο, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο και όλο το οικοδόμημα και το κάθε μέρος του, η σημασία του οποίου διαμορφώνεται άμεσα από τη γειτνίαση των άλλων, όπως συμβαίνει με τα χρώματα ενός ζωγραφικού πίνακα ή με τις γραμμές μιας μουσικής παρτιτούρας».
Η ιστορία του Μίρεκ στο πρώτο μέρος και η ιστορία της Ταμίνα στο τέταρτο μέρος, έχουν τον ίδιο τίτλο «Τα χαμένα Γράμματα». Γράμματα ιδιωτικότητας, γράμματα ζωής, προσωπικά και όχι πολιτικά ντοκουμέντα. Ο Μίρεκ παρακολουθείται στενά από το καθεστώς και αδιαφορεί για τις πολιτικές του σημειώσεις. Η Ταμίνα εγκατέλειψε την Τσεχοσλοβακία και μετά τον θάνατο του άντρα της, την κυρίευσε «πάθος για ζωή και όχι για ομορφιά». Η ανάκτηση των σημειώσεών της, είναι ανάκτηση της ίδιας της ζωής της.
«Η Ταμίνα τρόμαζε και μόνο με τη σκέψη πως η μοίρα των σημειώσεών της βρίσκεται στα εχθρικά χέρια του πατέρα και της πεθεράς. Φανταζόταν όλο και πιο συχνά πως οι σημειώσεις της διαβάζονται από ξένα μάτια και σκέφτηκε ότι τα ξένα βλέμματα είναι σαν τη βροχή που σβήνει τις επιγραφές στον τοίχο. Ή σαν το φως που πέφτει πρόωρα στο φωτογραφικό χαρτί στο θάλαμο εμφανίσεων και αχρηστεύει την εικόνα. Συνειδητοποίησε πως η αξία και η έννοια από τα γραφτά της ενθύμια βρίσκονται στο ότι προορίζονται μόνο γι’ αυτήν. Από τη στιγμή που χάνουν αυτή την ιδιότητα, σπάζει ο οικείος δεσμός που τη δένει μαζί τους..»
Και πώς πετυχαίνεται αυτή η ανάκτηση; Με τη μνήμη. «Η Ταμίνα δεν θα συγχωρήσει ποτέ τον εαυτό της που ξέχασε». Ο νεαρός που κάνει την εμφάνισή του στο έκτο μέρος με τον τίτλο «Άγγελοι», καθόλου συμπτωματικά ονομάζεται Ραφαήλ. Και είναι αυτός που οδηγεί την Ταμίνα σε ονειρικά τοπία. Ο Κούντερα αφήνει το παράδοξο να ανακατευτεί στην αφήγηση, κάνοντας ο ίδιος αισθητή την παρουσία του, αφού δηλώνει ότι «όλο αυτό το βιβλίο είναι ένα μυθιστόρημα σε φόρμα παραλλαγής…Είναι ένα μυθιστόρημα γύρω απ’ την Ταμίνα». Ο νεαρός Ραφαήλ- αρχάγγελος(;)- αναλαμβάνει να οδηγήσει την Ταμίνα «κάπου που τα πράγματα είναι ελαφριά σαν αύρα. Εκεί όπου τα πράγματα έχασαν το βάρος τους. Εκεί όπου δεν υπάρχουν τύψεις.» Εκεί που πρέπει να ξεχάσει τη λήθη της.
Ο Κούντερα αφήνει την ηρωίδα του να ξεπεράσει τα όρια. Ταυτόχρονα μεταθέτει και ο ίδιος την αφηγηματική του δράση. Ένα μυστηριώδες νησί, κατοικημένο εξ’ ολοκλήρου από παιδιά, που αναπτύσσουν με την Ταμίνα μία περίεργη σχέση. Και στο τέλος η εξαφάνισή της κάτω από το νερό. Ο Ρικάρ αναρωτιέται «Άλλωστε η Ταμίνα πεθαίνει «πραγματικά» και ποιόν τρόπο; Δεν μπορούμε να το ξέρουμε αυτό».
Μπορούμε όμως να ξέρουμε ότι η Ταμίνα δεν χωρούσε στα όρια του κόσμου αυτού. «Δεν ήθελε να γυρίσει στην Πράγα, ούτε στην μικρή πολιτεία της Δυτικής Ευρώπης που δούλευε. Ούτε να πεθάνει. Ενώ θα έπρεπε να φανταστεί τον κόσμο που μέσα του θα ήθελε να ζήσει, δεν τον φαντάστηκε». Μόνο τον πόθο της για ζωή και το σώμα της ήθελε να απομακρύνει από την τεράστια αγωνία που κύκλωσε την ύπαρξή της στο νησί.

Ο Ρικάρ εμπνέεται από την ηρωίδα του πέμπτου μέρους της Αθανασίας της Ανιές, για τον τίτλο του δοκιμίου του. Η ηρωίδα, η οποία βρίσκεται στις ελβετικές Άλπεις και ετοιμάζεται να ξαναγυρίσει στο Παρίσι θα αναβάλει αναίτια και παράλογα το ταξίδι της. Αιχμαλωτίζεται από την γοητεία των βουνών και εγκαταλείπεται στην ομορφιά του τοπίου. «Ένα ανθρώπινο ον ακινητοποιείται μονομιάς». Η Ανιές εγκαταλείπει τον αγώνα. Ταιριάζει πλέον στον εαυτό της που διαποτίζεται από το ερώτημα «πώς να ζήσει κανείς σ’ έναν κόσμο με τον οποίο δεν συμφωνεί;». Ο Ρικάρ κάνει λόγο για αντι-πρότυπο, εκείνο του λιποτάκτη, του όντος που επιλέγει να μη συγκρουστεί με τον κόσμο, να εγκαταλείψει τον αγώνα και να εξαφανιστεί. «Η πορεία του προσώπου το οδηγεί όχι στο να ξεπεράσει ή να εξουσιάσει τον κόσμο, μήτε στο να ξεπεράσει ή να εξουσιάσει τον εαυτό του, αλλά στο να απουσιάσει, να αποκλείσει τον εαυτό του και από τον κόσμο και από την ίδια του την μοίρα, βρίσκει όχι την σωτηρία, αλλά την ηδονή του γέλιου και της λήθης. Δεν είναι μία αποθέωση, είναι μία εξορία».
Η Ταμίνα και  η Ανιές, επέλεξαν αυτό που ο Ρικάρ ονομάζει το «βήμα στο πλάι». Εκεί που τα πράγματα έχουν μία λευκή ελαφρότητα και απουσιάζει η τυραννία της μνήμης. Η Ταμίνα υποφέρει γιατί «πρέπει να θυμάται». Κανείς μας όμως δεν θυμάται τα πάντα. Η Ανιές αντικρύζει τις βουνοκορφές, αλλά βλέπεται απ’ αυτές. Περικυκλώνεται. Αφήνεται σε μία ακινησία, εκεί που δεν χρειάζεται αγώνας. Περνούν τα όρια. Και αν κάποιοι πιστεύουν ότι τα όρια, είναι θέμα χρόνου, ο Κούντερα διαφωνεί με τον ήρωά του, τον Γιαν, στα Σύνορα, στο έβδομο μέρος του βιβλίου: «Αντίθετα είμαι  σίγουρος πώς τα σύνορα συνυπάρχουν με μας συνεχώς, ανεξάρτητα από τον χρόνο και την ηλικία μας, πώς είναι πανταχού παρόντα…Φτάνει τόσο λίγο, μία απαλή αύρα μόνο, τα πράγματα μετακινούνται ελάχιστα κι αυτό για το οποίο ο άνθρωπος πριν από μία στιγμή έδινε και τη ζωή του, ξαφνικά εμφανίζεται σαν μια χωρίς περιεχόμενο κενή ανοησία».
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μίρεκ, τον ήρωα της πρώτης ιστορίας. Αυτόν που θέλησε να μείνει ως κηλίδα στο ειδύλλιο του καθεστώτος μετά την εισβολή των ρώσικων τανκς την 21η Αυγούστου του 1968 στην Τσεχοσλοβακία. Αυτόν που δεν αυτοεξορίστηκε, αλλά πάλευε για να πάρει τα παλιά του γράμματα, μόνο και μόνο γιατί αποστρεφόταν  αυτό τον χώρο του παρελθόντος του. Εκεί που προσπαθούσε να αποδείξει ότι ήταν  μαζί με την Ζντένα από αγάπη και όχι εξαιτίας της αδυναμίας και της αθλιότητάς του. «Ένας πόθος ν’ απλώσει το χέρι του μακριά στο παρελθόν και να το συντρίψει με τη γροθιά του». Τελικά ο Μίρεκ φυλακίζεται για τις σημειώσεις του (τις πολιτικές). «Ήταν ερωτευμένος με το πεπρωμένο του και του φαινόταν πώς ακόμη η πορεία του προς την καταστροφή ήταν μεγαλόπρεπη και ωραία». Το πεπρωμένο περιέχει τον Μίρεκ, αλλά δεν του δίνει καμία σημασία. Και ο Κούντερα δεν αφήνει καμία αμφιβολία γι’ αυτό. «Έτσι αφάνισαν και τον Μίρεκ. Αν ανεβαίνει τώρα τα σκαλιά που οδηγούν στην πόρτα της Ζντένας, δεν είναι παρά μία άσπρη κηλίδα μόνο, ένα κομμάτι περιορισμένου κενού, που ανεβαίνει την ελικοειδή σκάλα».
Η λήθη είναι κατάσταση ζωής. Είναι το «βήμα στο πλάι», που δεν απαιτείται αγώνας, δεν απαιτείται μνήμη, δεν απαιτείται η επιβολή της «υποκειμενικότητας» Είναι το πέρασμα των ορίων. Και πολλές φορές όλοι έχουν ένα λόγο να οδηγήσουν τα πράγματα στη λήθη. Εκεί βρίσκεται η ειρήνευση, σαν αυτή που βρήκε η Ταμίνα μετά την αποτυχημένη προσπάθειά της ν’ αυτοκτονήσει· «Αποφάσισε να ζήσει στη γαλήνη και για τη γαλήνη».
Όπως η Ανιές, της Αθανασίας που λυτρώνεται από την «υποχρέωση» να ζει, «γιατί δεν υπάρχει καμία ευτυχία σ’ αυτό, αλλά να είσαι, είναι ευτυχία. Είναι: το να μεταμορφώνεσαι σε κρήνη, σε πέτρινη δεξαμενή μέσα στην οποία το σύμπαν κατεβαίνει σαν χλιαρή βροχή».
Στο τελευταίο απόγευμα της Ανιές, ο Ρικάρ ολοκληρώνει την πυκνή και διεισδυτική ανάλυσή του στο κουντερικό σύμπαν,  χρησιμοποιώντας τους στίχους  του Γκαίτε, που της απάγγελλε άλλοτε ο πατέρας της και της υπόσχονταν «γαλήνη»:
«Σ’ όλες τις κορυφές
Πέφτει σιωπή.
Ψηλά σ’ όλα τα δέντρα
Νιώθεις
Μόλις μια ανάσα·
Τα πουλάκια σωπαίνουν στο δάσος.
Κάνε υπομονή, γρήγορα
Και εσύ επίσης θα ξαποστάσεις»
…………………………………………………

Αναγνώσεις:
-Το τελευταίο απόγευμα της Ανιές. Δοκίμιο για το έργο του Κούντερα (Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Μετ. Γιάννη Κιουρτσάκη)
-Το Βιβλίο του γέλιου και της λήθης, Μίλαν Κούντερα (Εκδόσεις Οδυσσέας, Μετ. Αντρέας Τσάκαλης)

Δημοσιεύθηκε στο http://artpress.sundaybloody.com

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Υπό το φως του μυθιστορήματος» -Σταύρος Ζουμπουλάκης, Εκδόσεις Πόλις

Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς, Γκέοργκ Τρακλ (μετ. Ν. Ερηνάκης)

Ο θησαυρός των ταπεινών, Μωρίς Μάτερλινκ