Ο αόρατος πόλεμος


«Το άκυρο αύριο», Κοσμά Χαρπαντίδη, Εκδόσεις Πόλις


Ο Πωλ Βαλερύ είχε γράψει ότι «Η ιστορία είναι το πιο επικίνδυνο προϊόν που έχει παρασκευάσει η χημεία της διάνοιας. Δικαιολογεί ό, τι θέλει ο καθένας. Δεν διδάσκει τίποτα απολύτως, γιατί χωράει τα πάντα, και δίνει για όλα παραδείγματα». Και καταλήγει πως «μπαίνουμε στην ιστορία με την πλάτη. Η ιστορία είναι η επιστήμη εκείνου που δεν ξαναγίνεται»
Όταν είδε η μητέρα του ζωγράφου Ντεγκά, Σελεστίνα, στον προθάλαμο της οικίας της χήρας του επαναστάτη Λε Μπα, κρεμασμένα τα πορτραίτα του Ροβεσπιέρου, του Κουτόν και του Σαίν –Ζύστ, αναφώνησε, «έχετε στο σπίτι σας αυτά τα τέρατα;». Η απάντηση από τη χήρα του Λε Μπα ήταν άμεση· «Σώπα, Σελεστίνα! Ήταν άγιοι».

Ο Πρόδρομος Αρσλάνογλου ή Αρσλάν Αγάς είναι ο ήρωας του μυθιστορήματος του Κοσμά Χαρπαντίδη «Το άκυρο αύριο». Η δράση φαίνεται να εξελίσσεται στην Μικρόπολη Δράμας, από τα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου, όπου έδρασε ο Αρσλάνογλου και φτάνει στη σύγχρονη εποχή, όχι όμως με γραμμική αφήγηση, αλλά με τη μέθοδο της αναδρομής και της σύνδεσης των ιστορικών γεγονότων μεταξύ τους. Τον πρωτοπρόσωπο διηγητικό ρόλο στο μυθιστόρημα αναλαμβάνει η Αθηνά Παγκρατίδου, κόρη του στενού συνεργάτη του Αρσλάνογλου και αυτόχειρα, Παγκράτιου Παγκρατίδη.  Με την επιστροφή της στην Μικρόπολη, προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο αφιερωμένο στη μνήμη του αυτόχειρα πατέρα της για τη δράση του θηριώδη Αρσλάνογλου, τον οποίο θεωρεί υπαίτιο της αυτοκτονίας. Η ιστορία ενός ανθρώπου-λύκου, ενός ήρωα-σφαγέα «που έλουζε τα χέρια του στο αίμα» αρχίζει από την εποχή της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου. Συνεχίζεται με την εκλογή του ως δημάρχου στη Μικρόπολη επί σειρά πολλών ετών, την πολιτική του πτώση,  την μετέπειτα εξαφάνισή του, την εύρεση του λειψάνου του με το άλιωτο δεξί του χέρι,  μέχρι την τελική του αγιοποίηση, χάρη στα τεχνάσματα του ίδιου  και της γραμματέας του.

Το εγχείρημα της καταγραφής της ιστορίας είναι καθαρά αγωνιστικό. Μνήμη εναντίον λήθης. Το δίπολο που εξουσιάζει την ύπαρξη. Στο βιβλίο του Χαρπαντίδη βλέπουμε ότι η μνήμη είναι ένας αγώνας κατασκευής. Ο Αρσλάνογλου επιθυμούσε «να παρουσιαστεί ως άγιος στο τέμπλο». Εμφανιζόταν ως ακρίτας μιας πραγματικά πολύπαθης περιοχής, ως ο ήρωας που έσφαζε τους Βούλγαρους, που πολέμησε ανηλεώς τους Γερμανούς, που συνόδευσε τον Βασιλιά στο κυνήγι στα δύσβατα βουνά της περιοχής και φωτογραφιζόταν με κομμένα κεφάλια εαμιτών που ήταν «άθεοι και συνεργάζονταν με τον εχθρό».   Αυτός και η εθνικιστική του ομάδα, κράτησαν χάρη στις μάχες που έδωσαν την ελληνικότητα της περιοχής. Εξαργύρωσε τη δράση του εκλεγόμενος δήμαρχος για πολλά συνεχόμενα έτη. Κατασκεύαζε μνημεία, γιατί γνώριζε τη δύναμη των συμβόλων. Τον εξυπηρετούσε η λήθη για να μη συλληφθεί για τους αποτροπιασμούς του και τον βόλευε η επιλεκτική μνήμη που θα οδηγούσε στην αγιοποίησή του. 

Στο μυθιστόρημα του Χαρπαντίδη, η ιστορία δεν είναι μία απλή καταγραφή γεγονότων αλλά μία θέση της ανθρώπινης διάνοιας. Διαχέεται στις περιπλανήσεις της Αθηνάς στο οροπέδιο της Μικρόπολης, φυτρώνει από τα σκούρα χώματα της περιοχής του Δοξάτου που είναι θαμμένα τα οστά παλιών πεθαμένων στις μάχες, «προστατεύεται» από τη φασιστική οργάνωση της  «Σπαρτιατικής Λάβρυος», συνοψίζεται στα μνημεία και στα σύμβολα. Γράφει κάπου ότι «ο πατριωτισμός παραμένει μία έννοια λάστιχο, επανέρχεται κάθε τόσο επίκαιρος και τον επικαλούνται και τα δύο άκρα, με διαφορετικό τρόπο». Οι έννοιες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και να γοητεύσουν ανθρώπους με όχι κοινά χαρακτηριστικά. Η «καθαρότητα» της φύσης που γοητεύει τον ζωγράφο Ελευθεριάδη, συνοδοιπόρο της Αθηνάς στις ερευνητικές περιηγήσεις της, είναι και ο σκοπός της φασιστικής οργάνωσης της «Σπαρτιατικής Λάβρυος». Σε μία εκπληκτικής ωραιότητας εικόνα, ο συγγραφέας, ενώνει την μοίρα δύο μοναχικών λύκων· του Ελευθεριάδη και του Σίμου Αρσλάνογλου μακρινού συγγενή του Αρσλάν Αγά, συνοριοφύλακα και μέλους της φασιστικής οργάνωσης. Ο ένας βρίσκει παραμυθία στην τέχνη, ο άλλος βρίσκει διέξοδο στη βία.  Ο αόρατος πόλεμος. Και οι δύο περιπλανιούνται στα βουνά, γίνονται ένα με τ’ αγρίμια, πηγαίνουν πέρα από τα ανθρώπινα όρια.

Η διήγηση καλύπτει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα περίπου ογδόντα ετών. Οι αναδρομές στο παρελθόν συνδέονται δεξιοτεχνικά μέσω της πυκνής αφήγησης με τον παρόντα χρόνο. Τα δρώμενα του παρελθόντος επεμβαίνουν στο παρόν, μεταλαμπαδεύουν ιδέες, κοινωνικούς διαχωρισμούς και πάθη. Αλλά και το παρόν εμβαπτίζει  στην αναθεωρητική διαδικασία ό,τι κινείται στις όχθες της ιστορίας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον χώρο μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου για να μιλήσει για ατομικά πεπρωμένα. Υπό αυτή την έννοια δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα με τα κριτήρια που έχουν αναπτυχθεί και με τους ορισμούς που έχουν δοθεί από την Ina Schabert ή τον A. Fleishman.


Άγιος ή τέρας ο Αρσλάνογλου, αυτός που σφάγιασε για την καθαρότητα της ελληνικής φυλής, (αν και αποδείχθηκε ότι τρέχει τούρκικο αίμα στις φλέβες του), κατασκεύασε τη μνήμη του μέλλοντος. Ο Χαρπαντίδης  δεν χαρίζεται στην ιστορία και στους ήρωες. Συνθέτει τις πλευρές της δόξας και της βίας θυμίζοντάς μας, ότι τα περασμένα ανήκουν στις σκέψεις μας, άρα είναι ρευστά, ανολοκλήρωτα, με μία ενδεχόμενη εντός τους διαφορετική έκβαση. Ο Αρσλάνογλου προσπαθεί να ξεγελάσει την Ιστορία. Να την κάνει δόγμα. Να μην αναρωτηθεί κανείς μπροστά στο πορτραίτο του.  Tο δεξί του χέρι που βρέθηκε αναλλοίωτο, χρόνια πολλά  μετά την εξαφάνισή του, μπορεί να κινητοποιεί την πίστη, η ιστορία όμως, όπως είχε πει ο Έγελος, συντελείται από το πάθος.



(Το βιβλίο παρουσιάστηκε και στην Αλεξανδρούπολη στο Καφέ Βιβλιοπωλείο)


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Υπό το φως του μυθιστορήματος» -Σταύρος Ζουμπουλάκης, Εκδόσεις Πόλις

Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς, Γκέοργκ Τρακλ (μετ. Ν. Ερηνάκης)

Ο θησαυρός των ταπεινών, Μωρίς Μάτερλινκ