Τα ποιήματα της Κυριακής

Στα ποιήματα της Κυριακής  ο  Γιάννης Στίγκας (από την ποιητική συλλογή «Βλέπω τον κύβο  Ρούμπικ φαγωμένο», Εκδόσεις Μικρή Άρκτος,  2014  artpress).

Υποδοχή: Και αν δεν είναι ο κύβος φαγωμένος αλλά το μήλο; Αυτό το αρχετυπικό μήλο που σήμανε την έναρξη τόσων δεινών για τον άνθρωπο; Εκτόπιση, γνώση, καλό ή κακό και προσπάθεια για ανέλιξη ή αιωνιότητα. Αλλά μήπως και η ανασύσταση κάθε τρισδιάστατου κύβου του Ρούμπικ δεν είναι μία μικρή δαγκωματιά στην ροή μιας προ-κωδικοποίησης που κατατρέχει την ύπαρξή μας; Μέχρι να ενωθούν τα σημεία ώστε να δίνουν ένα αρμονικό οπτικά αποτέλεσμα. Ακόμη και με ραφές όπως του Φρανκενστάιν που στα μέλη του ξεκινά ο εμφύλιος. Το πέμπτο βιβλίο του Γιάννη Στίγκα φέρει τον τίτλο «Βλέπω τον κύβο  Ρούμπικ φαγωμένο» και έχει στο εξώφυλλο μία εικόνα από γαλλικό Bestiario του 15ου αιώνα.  Bestiary ή αλλιώς Ζωολόγιο, έχει επικρατήσει να σημαίνει ένα είδος βιβλίου με απεικονίσεις και διασκεδαστικές ή αλληγορικές περιγραφές πραγματικών και μυθικών ζώων. Ένα λεξικό μυθολογικών ζωολογικών παραδόσεων. Αναφερόταν δε όχι μόνο στα ζώα αλλά και στα άλλα δύο βασίλεια των φυτών και των ορυκτών. Κατά το Μεσαίωνα ήταν το πιο διαδεδομένο ανάγνωσμα μετά τη Βίβλο. Στο Bestiario, πρωταγωνιστής είναι το ζώο και ο άνθρωπος ένας ταξιδιώτης στο δρόμο της μεγάλης περιπέτειας, έτοιμος πάντα να διαβάσει τα "μυστικά σύμβολα". Στην ποιητική συλλογή του Γιάννη Στίγκα βλέπουμε μία πινακοθήκη από αλλόκοτα μυθολογικά πλάσματα, τα οποία ενεργούν ως άλλα κατοικίδια στο ψυχικό εγώ του ποιητή. Αυτά τα δεσποζόμενα υπό την ποιητική γραφή του Στίγκα πλάσματα, ενώ προέρχονται από το χώρο του μύθου, εντάσσονται στην πιο τερατώδη από αυτά καθημερινότητα, τόσο τη χρονική όσο και την αστική, ανατρέποντας την κοινοτοπική υπαρξιακή τάξη, προσφέροντας καινοφανή κριτήρια για μια άλλη νέα γνώση. Τα αλλόμορφα αυτά πλάσματα οδεύουν/αναδύονται προς/από τα βάθη μιας άλλης ταυτότητας. Δικής μας ταυτότητας, το είδωλο της οποίας ακόμη αναζητείται («τα ίδια χέρια παίζονται/θα σκίσουν στον καθρέφτη το είδωλο/πώς δένεις τα κομμάτια σου ύστερα;/κασκόλ;/ γραβάτα;/ ψέματα;»). Μικροί στίχοι επαρκώς αφαιρετικοί, περιγραφικές στροφές με μεταφορικές εξάρσεις, εξυπηρετούν την αλληγορία του θέματος. Ποιήματα για τον εσωτερικό εκείνο χώρο που αφήνουν κενό οι αισθήσεις μόλις φεύγουν. Εμείς απλά δίνουμε ονόματα όπως εαυτός, χρόνος, νόημα.
Μουσική Διάθεση:Lydia Lunch & Rowland S. Howard - Burning Skulls



ΚΥΚΛΩΠΑΣ

Τζένη μου
                    γαντζώθηκα
                    από  το υπογάστριο του ποιήματος
                    ακούω το μεγάλο χέρι από ψηλά
                    με το ψαλίδι

Άκου τι θέλω τώρα
ν’ αφήσεις, φυσικά, τις κλάψες
και να μας πεις για τ’ άλλο μάτι σου
το μάτι που φυτρώνει στη συμφορά

ότι μπορεί να σου βαστήξει χρώματα

μαύρο αν σ’ αγαπήσω κι  άλλο χάθηκες
κάθε παλμός είν’ ένα παραπάτημα του κόκκινου
το δαγκωμένο μπλε είναι θάλασσα
                    που ‘πνιξε
                   που μετάνιωσε
                   και πάει να γαληνέψει

Εμπρός σ’ ακούω
                            μίλα μου
Άμα δεν προδοθεί η όραση
τι σόι όραση έχεις;

Μη μου γρυλίζεις ρε

Εγώ μπορώ και μ’ ένα bic
να γίνομαι κανένας


 
Μινώταυρος, της περσικής προέλευσης, με ανθρώπινο πρόσωπο,  σώμα  λιονταριού και ουρά σκορπιού.

ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ Ή ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΤΙΤΛΟ

                 στραβά που σ’ έραψα στραβά
                 στραβά θα με ξηλώσεις 

Αγαπητέ κύριε,
εγώ σας έκανα καλό με τόσους εφιάλτες
γιατί μετά, το δροσερό νερό
μετά, το χάδι στα μαλλιά
το «σώπα, ξημερώνει».

Ενώ για μένα τι;
που ζω ένα γκρι σαν παρεξήγηση
που μ’ αλυχτάνε τα σκυλιά
που με τρυγά η σκουριά
-τόσες περικοπές για ένα κορμί-
τουλάχιστον ας βάζατε ανοξείδωτες τις βίδες,
για να μη γυροφέρνω μ’ ένα κίτρινο αδιάβροχο
χειμώνα-καλοκαίρι
σαν τους επιδειξίες.

Κι ύστερα,
γιατί εμένανε τα χέρια μου
να’ χουνε τέτοιο εμφύλιο
το’ να να θέλει  να γυρίσει στον παράδεισο
τ’ άλλο να γράφει: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΕΤΑΙ
έτσι θα μένω πάντα στην Αθήνα.

Γιατί τόσες ραφές χωρίς κανένα σχέδιο
ένα της πλάκας ή
ένα δικό μου όνομα
-ας γράφατε μονάχα τ’ αρχικά-
έστω μια τρίλιζα
(στο ύψος της καρδιάς)
-κι έννοια σας, κύριε-
γνωρίζω εγώ να χάνω.


ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΥ       

                        έκαψα πολλές ευχές μέχρις εδώ
                        ιδρώνουνε στις χούφτες μου τα σπίρτα

Κι έτσι όπως με κυνηγούσαν όλα τους

τα πριν
        το τώρα
τα μετά

«κάτσε να πάρω μιαν ανάσα» είπα
κι ήταν κουβάρι ολόκληρο
τρελή ανάσα γόρδια

      ξεροκατάπια

και κάπου στον λαιμό μού λύθηκε-
οχτώ χιλιάδες σπάγκοι ξαφνικά
να με τραντάζει ο βήχας
να φτύνω κάτι κέρατα:
ότι είμαι πια τριάντα εφτά
δεν έχω καταλάβει καν
το πιο μικρό μου δάχτυλο

αυτό θα πει διαμελισμός
αυτό θα πει λαβύρινθος

ξεροκατάπια ακόμη μια φορά

θ’ ακολουθήσω την κλωστή
που βγαίνει από τη μύτη μου
(το μακελειό της μιας
                             και μόνης πιθανότητας)

κι αλήθεια σου τ’  ορκίζομαι
πως πουθενά δεν έστριψα

αλφάδι ο δρόμος

σαν να τον έχει ανοίξει
                     βαριά μπουλντόζα
         ή
η πίστη μου

και όλα τα διαζευκτικά τα –ι-
τα ξαποστέλνει ο βήχας




Ο Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε ιατρική. Το 2004 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Η αλητεία του αίματος". Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, βουλγάρικα και σέρβικα. Ποιητικές συλλογές:
(2014) Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο, Μικρή Άρκτος
(2012) Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο, Μικρή Άρκτος
(2009)    Ισόπαλο τραύμα, Κέδρος
(2006)    Η όραση θ' αρχίσει ξανά, Κέδρος
(2004)    Η αλητεία του αίματος, Γαβριηλίδης

 ...........................................................................................................



Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Ηλίας Λάγιος (από την ποιητική συλλογή «Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία (ένα πόνημα Θελογικόν) », Εκδόσεις Ερατώ,  2004,  artpress)

Υποχοχή: Ο ποιητής Γιάννης Δάλλας γράφει, «...και κάτω απ' όλους, σαν σε περιμετρική υπόγεια με πολλές επισταθμίες σπινθηρίζει, πάντα απρόβλεπτη και ανατρεπτική, η ποίηση του Ηλία Λάγιου». Ανατρεπτική είναι η σύνθεση του ποιητή « νθρωπος πό τή Γαλιλαα (να πόνημα θεολογικόν) ». Πρόκειται για δεκαεννέα ποιήματα με θέμα τον βίο του Χριστού, τα οποία εναλλάσσονται με κείμενα πατέρων της Εκκλησίας και υμνωδών. Το σύνολο ανάγεται σε μία άρια της γέννησης και των παθών του Ιησού, με λεπτά υφασμένους στίχους, ιαμβικούς προπαροξύτονους, ομοιοκατάληκτους,  εναλλασσόμενους με παροξύτονους, με παρηχήσεις και προσωδίες εντός των στροφών, ώστε το έργο να αποκτά μία μουσική δομή.
Δεν είναι μία σύνθεση αμφισβήτησης της  ιστορικότητας του Ιησού. Η παράθεση ύμνων και πατερικών κειμένων, με έμφαση στην ύπαρξη και υπόσταση του Κακού εντός της θνητότητας των πιστών, δείχνει ότι τον ποιητή απασχολεί η φιλοσοφική προσέγγιση του νυν και του επέκεινα. Το μετά το φυσικό εύρος της ύπαρξης σαρκώνεται γλωσσικά, δημιουργώντας έναν τόπο, που με τη μίξη  στοιχείων από τη λόγια παράδοση, γίνεται η καινοφανής πατρίδα των πραγματικά ταπεινών και απόντων, των εκτός των θεολογικών δογμάτων, των αναζητούντων τη λύτρωση μέσα από τον προσωπικό τους σπαραγμό. Η ανάσταση είναι γιορτή της φθίσης και ο Λάγιος αξιώνει να γιορτασθεί και από τους αποστάτες, αυτούς που δεν προσέγγισαν την πίστη με τον τρόπο της μετάνοιας. Ο καλός ποιμένας όμως έχει κι άλλες μορφές. Αναγκάζεται  ο άνθρωπος να ταλαντεύεται ανάμεσα στη συγχώρεση και στην αμαρτία, ανάμεσα στην πίστη και στη συνείδηση. Αρνείται να υποταχθεί στα σημάδια του κακού, στα σημάδια του σώματος που πάσχει. Και η αγωνία είναι διπλή·  του Θεού και του ανθρώπου μαζί.

Μουσική Διάθεση:Odetta - Sometimes I Feel Like a Motherless Child (Ακούγεται στην αριστουργηματική ταινία του Παζολίνι, «Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο»)

Δεύτερος Παρακλητικός
Ποδήματα φθαρμένα, σάν τς γρις τά γνέματα,
καί λαμπραστέρι μου κπτωτο, τραυλό μαράζι,
κι σύ, ψυχούλας σκιά, που βάλτωσες στά φλέματα
το γέρο-σαταν, πού  βλασφημ κομπάζει,
τά τρόπαιά του πάρ’, τ’ ναίσχυντα, καί κρέμα τα,
που νύχτα, πιό πό νύχτα, σέ δαμάζει.
θαμμένος στο νοσίου φαράγγια, λόγγους, ρέματα,
αστάνσου τό γλυκύτατον νά πνεύσει γιάζι,
σταλμένο, λο, τς σωτηρίας σου τά δέματα,
π’ τό ρνίον, πού πραότατα βελάζει.
μήν κύπτεις, εναι πλάι σου, τά κακά πολέμα τα
μέ φς του, πό σμαράγδι, δάμαντα, τοπάζι.
διά το στεφάνου, πάντα καταλε τά ψέματα
φουστάνι πιά, τς νθρωπότητας, καί νάζι,
κι ς ο κανθες, τρυπώντας, πλημμυρίζουν αματα,
μυστική θυσία τόν θάνατον γιάζει.

 
Πίνακας Max Beckmann – Auferstehung


Ἰωάν. ιθ΄, 25 27
Σά χαροαρπάζουνταν (καί, δέν) πάνου στόν σταυρό, ς προερρήθη κατανίκητα,
κάλεσε τή γριά, τόν νέο μαθητή κι νήγγειλε ατός θα εναι, το λοιπο, γιός σου.
καθώς μέ μιά λοιφή, ρθς και φαρμακοπρεπς, ξαλείφουμε τόν μύκητα
ποκήρυξε τήν κληρονομιά, τό αμα του, λίγο τό φς, τήν σχατιά το, μεταδόσου.

Τς σπρισμένης κόμης της περιγελάστρα ντίστοιξη φύση του, το γέραστου.
πού γεύονταν, μακάριος, τήν χρονία, στ’ ατιά του νεπαίσθητος θρνος,
τρυγόνας κλάψα, μοιρολόγι πέρδικας, ποια τά παρακάλια τς μητέρας του.
νά προϋπάρχεις γεννηθείς ο ποιηθες (καί τά λοιπά) σοδακρύζει μ’ γριο κτνος.

ν, προσώρας στω, δύνονταν ν’ ντιληφθε τή θνητή πελπισία, τό ψυχοπάλαισμα
ν τό ασθάνουνταν πώς τή μακέλλευε, καθώς συνέθλιβε, μούστακο, τόν ωάννη,
θά ννοοσε τι ατός εναι μυλόπετρα νά χει τό δάκρυ τους γιά λεσμα,
ρτοι  στό φορνο του, χθες πού τ’ γκιστρο το προορισμο του θά ξεκάνει.

τό ν’’  γαπς, νθρώπινα, σημαίνει νά δηλώνεις τό σαρκίο σου το λλου ελωτα.
κι πως λευκασμός δέν παλείφεται π’ τό δάχτυλο τ πουσία τς βέρας,
τσι δικός μας καιρός καταλογίζει λα τά πράγματα, εκριν κι δήλωτα,
τσι, γι’ ατήν, δε σβάνεται ποτέ καρπός, μονάκριβος, τς μυστικς γαστέρας.


 Λουκ. κδ΄,   13-32
Εχαν παρέλθει πό τήν κοίμησή του τρία (τά προβλεφθέντα) νυχτοήμερα,
Κλεόπας, κι άλλος ες, πορεύονταν πρός μμαούς, μιά γκρίζα, νώνυμη, τς φτώχιας κώμη,
κι υτός, αφο συσκότισε τούς φθαλμούς των μή ναγνωριστε, τούς μίλησε ρεμα.
τόν ρώτησαν, ν κουσε πού σταυρωθείς διάβηκε τό βατο σταυροδρόμι.

συμβαδίζοντας μνημονεαν προφητεες, καί φτάσαν ν’ ναπαυθονε στο χωριο τά δώματα,
κεί, φο ελόγησε καί μοίρασε τό ψωμί, τούς πέστρεψε τήν επί τούτου ρασή τους.
τν μαθητν χαρές καί ξεφαντώματα γιά τά γλυκά κι πρόσμενα νταμώματα,
πλήν, δη πλεεν υός σ’ κεανό μακαριότητας μέ τήν εδαιμονία μυθώδους κήτους.

Κύριε, τ’ πιστα γεννήματά σου, ες νεφύσησας πνοή ζως συγχώρα τα,
κι πίτρεψε νά ορτασθε μές στήν άνάστασή σου μαρτάνουσα θνητότης,
κοινώνησέ μας σκοτοφς κι συμμετρία, φανέρωσε τος ναξίοις τά όρατα,
χι δολος σου μετανον νά εφρανθε, μά ποστάτης, ληστής κι καταδότης.

μως, παλαιός σπερινν, ψυχρός και μετάτρεπτος, οδέτερος σάν ζωτο,
ρομφαία κραδαίνει ντί μηλίτη νά κερν πού κατεπόθη θάνατος ες νκος.
πλάσας, αδιακρίτως, καί τιτρώσκει μας, ατός πού στέρησέ μας, ξ ρχς τό μαράζωτο,
τι μες σφραγιστήκαμε μέ τ’ ρνία του κι στοργικός ποιμήν μας εναι λύκος.






Ο ποιητής Ηλίας Λάγιος γεννήθηκε στην Άρτα το 1958 και υπέκυψε στα τραύματά του στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου του 2005, μετά από πτώση από το μπαλκόνι του. Εξέδωσε τα ποιητικά βιβλία: "Πρόοδοι εν προόδω", Ωλήν 1981, "Ασκήσεις Ι-ΙΧ", 1984 (με το ψευδώνυμο Αλέξης Φωκάς), "Τα κατά Αλέξιον και Μαρίαν", Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1990, "Συνεστίασις", 1991, "Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος", Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1992, "Το βιβλίο της Μαριάννας", Ίκαρος 1993, "Ο Μικρός Ήρως: το σκετσάκι", Αντί 1996, "Η έρημη γη", Ερατώ 1996, "Περί ζώου", Παρουσία 1996, "Μουζικούλες", Ερατώ 1997, "Της γυναικογυναίκας", Ερατώ 1998, "Το εικοσιτετράωρο της Δηούς", Καστανιώτης 1998, "Θεατρολογία", Καστανιώτης 1998, "Πράξη υποταγής", Ερατώ 2000, "Φεβρουάριος 2001", Ερατώ 2002, "Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία", Ερατώ 2004, και το "λαϊκό" αφήγημα "Η αρπαγή της κούτας", Ερατώ 2003. Συνέπραξε στις συλλογικές εκδόσεις: "Τριώδιο", Άγρα 1991 (με τους Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη), "Ανθοδέσμη", Άγρα 1993 (με τους Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη). Επίσης, επιμελήθηκε τις εκδόσεις: Κωστής Παλαμάς, "Κ' έχω από σας μια δόξα να ζητήσω" (ανθολογία), Ερμής 2001, Στέλιος Ανεμοδουράς, "Ο μικρός ήρως", Κατάρτι 2001, Robert E. Howard, "Κόναν ο βάρβαρος", Κατάρτι 2001, Ιωάννης Γρυπάρης, "Σκαραβαίοι και τερρακόττες", Ίνδικτος 2002, Johnston McCulley, "Το σημάδι του Ζορρό", Κατάρτι 2003, Edgar Rice Burroughs, "Ο Ταρζάν στο κέντρο της γης", Κατάρτι 2003, Κωστής Παλαμάς, "Η ασάλευτη ζωή", Ιδεόγραμμα, 2004.
...............................................................................................................



Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Γιώργος Ψάλτης (από την ποιητική συλλογή «Παναγιές Ελένες», Εκδόσεις Ίκαρος,  2014 artpress).

Υποδοχή: Οι Παναγιές Ελένες του Γιώργου Ψάλτη (Εκδόσεις Ίκαρος 2014), είναι ένα συνθετικό έργο, που αποτελείται από δέκα επτά επιμέρους ποιήματα και μοιάζει με μία μακρά εξομολόγηση. Ο ίδιος έχει κάπου γράψει ότι είναι αυτοβιογραφικό. Και όμως εμένα μου φάνηκε ότι είναι μία αυτοβιογραφία συλλογικοτήτων. Είναι τόσα πολλά τα νοήματα που περιέχει η σύνθεση ώστε να βρίσκομαι και εγώ εκεί μέσα ή κάποιος άλλος αναγνώστης ή μη, σε προγενέστερο ή μεταγενέστερο χρόνο. Και ποια τα νοήματα; Η ύπαρξη ως προϋπόθεση του χρόνου και ο Λόγος ως προϋπόθεση του Θεού. Αυτή η διαδρομή από τη σκόνη στην ύπαρξη και πάλι στο χώμα θα γίνεται με τη μνήμη (μνήμα) που βρίσκει τον τρόπο να είναι αιώνια. Στο εισαγωγικό ποίημα της σύνθεσης, ο ποιητής προβαίνει σε μία αποδόμηση όσων επι/σημαίνουν «ευτυχία», συνομιλώντας με την ιστορία, τη γνώση και τους προπάτορες. Το θεμέλιο για να φτιάξεις μία αυτοβιογραφία είναι να αναγνωρίσεις τα χρονικά και τοπικά «που» και «πότε». Να στηριχθείς κάπου στον χρόνο και σ’ ένα σημείο, ώστε ν’ αρχίσεις να χαράσσεις στον προσωπικό σου καμβά. Σ’ αυτή τη χάραξη το σώμα κυμαίνεται από πηγή ενστίκτων «..που έρχονται απ’ όταν ο πρόγονος Κάιν/σκότωσε αποφασιστικά/τον άνθρωπο Άβελ.», έως μία αυταπάτη κτητικής ιδιοτέλειας «..εικοσάχρονη καλλονή/ που θεωρείς το σώμα σου ως δικό σου..». Στη σύνθεση  του Γιώργου Ψάλτη, συναντούμε τις εντάσεις και τους κλυδωνισμούς που συνεπάγονται οι αιωρήσεις από την ύπαρξη στον Λόγο, από τον Δία στον Ιησού, από τη  φιλοσοφία αιώνων στο συναίσθημα των καιρών, από την αδυσώπητη καθημερινότητα και πρακτικότητα στην ιερότητα μιας Κυριακής. Ζητούμενο η ταυτότητα, η ισορροπία που  όπως λέει σ’ έναν υπέροχο στίχο «ανάμεσα στην Παναγία και στην Ωραία Ελένη βρίσκεται ως υποσημείωση πραγματικής γυναίκας η Μαρία Μαγδαληνή..».

Μουσική Διάθεση: Frédéric Chopin - Prelude in E-Minor (op.28 no. 4)

ΙΑ.
Το σημείο προκύπτει, αρχίζει ως γραμμή, τεντώνεται
κάποιες φορές πολύ-οπότε σπάει· όμως τις περισσότερες
απλώνεται ώσπου ήσυχα παίρνει ξανά μορφή σημείου· σκιάς
που παραμένει φωτισμένη.
Είναι καθοριστική η ησυχία.
Η απλωμένη γραμμή δεν χρειάζεται χάδια ή παρηγοριές·
την τσαλακώνουν. Εμείς κοιτάμε τη γραμμή με ενοχές
που μαυρίζουν σε όσα δεν έχουν πια σημασία,
Καθότι είναι δικές μας –όχι δικές της. Ποτέ δεν ήταν.
Οι σκιές συνεννοούνται αιωνίως.



Αλληγορία των τεσσάρων στοιχείων, Louis Finson.


ΙΕ.                          Πρωτομαγιά
Χωρίς κοστούμι, ντυμένος λίγα άσπρα
ο  ποιητής ετοιμάζεται να πεθάνει. Γύρω του,
γυναίκες που άκουσαν όσα ίσως δεν ήξερε
πως ήθελε να πει ή να μυρίσει σε ένα λουλούδι
που μαραίνεται ώσπου η ύλη του να γίνει σκόνη.
Τίποτε δεν χάνεται από την κίνηση ενός ποδιού του
ενώ εκείνος νιώθει τη συνέχεια να εισέρχεται
ως αιωνιότητα στον ύστερό του χώρο.
Έχει πια κουραστεί.
Έπαψαν ή διαρκούν οι φλέβες στο λαιμό του;
Γιατί περιμέναμε να κλάψει ένα κορίτσι;
Ποιος θα φέρει ένα κοστούμι; Γρήγορα!
Να είναι όμορφος, να λάμπει σαν λιοντάρι
που οργίζεται στο γδάρσιμο του φωτός.
Χωρίς το αίμα του, γεννιέται μία οικογένεια
που ντύνεται σιωπή, για να περισσεύει αφού
κανένα λουλούδι δεν είναι σκέτη σκόνη.


ΙΖ.
Όλα αυτά που έγιναν χώρεσαν στο ποτήρι
όπως ζωγραφίστηκε με θάλασσα και με ήλιους,
παραλείποντας τις σελήνες και τις ελιές —
που έμαθαν τα μπαρμπούνια από τα δίχτυα
επειδή αξημέρωτα απλώνονται σε βυθούς
γυμνούς από ανθρώπους και γλάρους.
Λυπάμαι. Η θέση μου αδυνατεί να πει
τον τρόπο άντλησης όσων τυχερά θα έρθουν
από ορίζοντες χαραγμένους στην ενιαία μνήμη
όλων εκείνων που προηγήθηκαν ξαφνικά
ενώ τα ρούχα τους στέγνωναν πλάι στο τζάκι.
Ευθύνομαι. Είδα τις ώρες της αργίας
να γίνονται στιγμές χωρίς στάλες ουσίας,
άκουσα τραγούδια που αγνοούν τον Φρόιντ,
μύρισα σώματα ενώ ζητούσαν αγκαλιά,
άγγιξα σκέψεις που ξεχώρισαν ως αφρός,
γεύτηκα πριν νιώσω τον πόνο του νεκρού,
σκύβω για όσα έκανα μαζί με άλλους.
Πικραίνομαι. Πίνω κρασί από ένα αμπέλι
που θα μπορούσε να είναι δικό μου,
το πληρώνω με τις ώρες εργασίας.
Ουρλιάζω. Οι σιωπές μου είναι κλεισμένες
σε τοίχους που θα σήμαιναν την ελευθερία.



Βιογραφικό: Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Έχει εκδώσει τρία βιβλία ποιημάτων: Επιστροφή στην ενιαία χώρα (Εκδόσεις Ίκαρος, 2008), Μη σκάψετε παρακαλώ εδώ είναι θαμμένος ένας σκύλος (Ίκαρος, 2011),  Παναγιές Ελένες (Ίκαρος, 2014).
Το θεατρικό του έργο Σπόροι παπαρούνας (Εκδόσεις Κουκούτσι, 2015) παρουσιάστηκε στο Αναλόγιο 2015 (Θέατρο Τέχνης). Συνεργάζεται με καλλιτέχνες στη δημιουργία έργων. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ιστοσελίδες.



....................................................................................


Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Ορέστης Αλεξάκης (από την ποιητική συλλογή «Ο Ληξίαρχος», Εκδόσεις Ευθύνη, 1989 artpress)


Υποδοχή: Διαβαίνοντας στα ποιήματα του Ορέστη Αλεξάκη, κατακλύζεται κανείς από μία διάθεση γαλήνης, ακόμη και όταν ο ποιητής εξερευνεί μύχιους, σκοτεινούς ή μυστικούς τόπους, όταν βαθαίνει τον κόσμο και προσπαθεί να περάσει τα γνωστά του όρια. Τούτο γιατί κυριαρχεί  η ρυθμικότητα, ο τόνος της προκαταβολικής μουσικότητας, που είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του ακόμη και αν γράφει σε ελεύθερο στίχο. Η ελευθερία του αφηγηματικού του τρόπου είναι μία ελευθερία ορίων, ώστε η δραματικότητα ως λογοτεχνικό φόντο των αποκαλύψεων της ύπαρξης να μην υπερβαίνει  το νόημα αυτής, το οποίο εξερευνεί σε βάθος.
Στην ποίηση του Αλεξάκη η αναζήτηση της επαφής με το επέκεινα προσδίδει μορφή στο έργο του αλλά και στο όραμα που υπηρετείται με αυτό. Ο διάλογος αυτός, ως μία φυσική θανάτου, δεν αποπειράται με τα στοιχεία ακόμη μιας «Νέκυιας» αλλά με τα απτά σύμβολα της ίδιας της ζωής. Εισχωρούν οι αισθήσεις, οι μυρωδιές, τα χρώματα της ζωής στο «τέλος» ώστε κάπου να αντιστρέφονται οι κόσμοι, να εξημερώνεται το πένθος, να διαστέλλεται η ύπαρξη. Η στιχουργική του Αλεξάκη, διανθισμένη από λυρικούς τόνους, διήκει στο μοντέρνο περιβάλλον, χρησιμοποιώντας τα μοτίβα της παράδοσης και τις συμβολιστικές καταβολές. Με μία περίτεχνη λιτότητα στα εκφραστικά μέσα, έθετε πάντα μπροστά μας το ερώτημα της ύπαρξης, όχι όμως ως καταναγκασμό σε απάντηση, αλλά ως μία άσκηση ορίων ακόμη και όταν το 2014  στο ποίημα «Αδαής», απολογήθηκε τραγικά: «Όχι/ ποτέ δεν έμαθα ποιος είμαι/ ποιος είναι ο χώρος που με περιέχει/ ποιος με κατέχει ποιος με κατοικεί/ ποιος μέσα από τα μάτια μου κοιτάζει/..»

Μουσική διάθεση: Lilium- Sleep inside

Ο περιπατητής της παραλίας

Βρίσκω εκκωφαντικά τα γεγονότα
τις διατυπώσεις πληκτικές
το όλον έργο περιττό και χρονοβόρο
Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών
όμως κρατώ τις όποιες αποστάσεις
τεκμήρια της αθωότητάς μου
Γι’ αυτό αποφεύγω τους
συνωστισμούς
και προτιμώ τις άδειες παραλίες
φίλος και μνήμων των κυμάτων πάντα
πιστός ακροατής
των οριζόντων
Γι’ αυτό αποφεύγω να
συνομιλώ
και με τον ίδιο ακόμη τον εαυτό μου
θέλω ν’ ακούω ψιθύρους ουρανών
θέλω ν’ ακούω τριγμούς
πέραν των τάφων

Σβήστε λοιπόν αυτούς τους προβολείς
μη με διαλύετε στους
ορυμαγδούς σας
αφήστε ν’ αφουγκράζομαι γκρεμούς
αφήστε να θωπεύω
τους νεκρούς μου


Antony Tapies, Grey and Green painting, 1957




Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

Ο ληξίαρχος

Ίσως λοιπόν
πίσω από τόσους χωρισμούς
να βρεις κι εσύ το νόημα της ζωής σου
καρφώνοντας στην όχθη του αχανούς
βίγλα τού ακατανόητου
τη σιωπή σου

Γιατί κι ο χρόνος γέρων είναι και κυφός
κι όση σοφία θησαύρισες καπνός και σκόνη
Δε μένει παρά λίγο γκρίζο φως
Κι ο σκοτεινός Ληξίαρχος που ζυγώνει

(Για την ανθολόγηση, διατηρήθηκε ο μονοσύλλαβος τονισμός που υπάρχει στη συγκεντρωτική έκδοση με τίτλο «Ποίηση» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη).







Βιογραφικό: Ο Ορέστης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1931. Σπούδασε νομικά και δικηγόρησε στην Αθήνα έως το 1991. Έζησε κατά κύριο λόγο στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Κυκλοφόρησαν οκτώ ποιητικές συλλογές του, ενώ φιλολογικά του μελετήματα, δοκίμια και βιβλιοκριτικά του σχόλια δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά. Είχε τιμηθεί με το βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου. Έφυγε από τη ζωή στις 16 Μαΐου 2015, σε ηλικία 84 ετών.



............................................................................


Στα ποιήματα της Κυριακής  η Αλόη Σιδέρη (από την ποιητική συλλογή «Όψεις Ονείρων», Εκδόσεις Άγρα, 1984, artpress

Υποδοχή: Από τις εκδόσεις Άγρα κυκλοφόρησε το 1984 η μικρή και καλαίσθητη συλλογή της Αλόης Σιδέρη «Όψεις Ονείρων». Η Αλόη Σιδέρη ήταν ποιήτρια και  μεταφράστρια, ενώ έγραψε και πεζά, μια συλλογή διηγημάτων, χρονογραφήματα και επιδόθηκε με μεγάλες αξιώσεις στο δοκίμιο και στις μελέτες. Ασχολήθηκε με τη μετάφραση αρχαίων και Βυζαντινών συγγραφέων. Συνεργάστηκε με την κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση, ενώ δημοσίευσε ποιήματα και πεζά της σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.
Ως εισαγωγή στην ποιητική της συλλογή, διαβάζουμε τους στίχους του Γ. Σαραντάρη «Μέσα του ὁ καθένας περπατεῖ/Σάν μέσα στόν ἴσκιο του/Ἤ μέσα στόν ὕπνο του». Ενώ προετοιμαζόμαστε για μία περιδιάβαση στην εσωτερικότητα του ποιητικού υποκειμένου, ξαφνικά ο τίτλος του πρώτου ποιήματος δηλώνεται ως «Εξωστρεφής». Η σταθερότητα και η τάξη του κόσμου, στην ποίησή της,  μετατίθεται από τα αιώνια και απαθή στοιχεία της φύσης , στην «αδιάλειπτη εναλλαγή των εποχών». Έντονος συμβολισμός αναγόμενος  στα φυσικά φαινόμενα, χρωματίζουν τον εσωτερικό κόσμο της ποιήτριας. Λεπτές ειρωνείες ενισχύουν το ποιητικό απροσδόκητο. Στίχοι που ανατρέπουν την ισορροπία του ποιήματος και με την τεχνική τους αρτιότητα, βαθαίνουν το ποιητικό σύμπαν της Αλόης Σιδέρη, το γεμίζουν μνήμες. Κατά κάποιο τρόπο όμως, μας ζητά να μην τις ταράξουμε. Ίσως η αναπόληση να είναι απρέπεια.


Μουσική διάθεση: Claude Debussy- Clair de Lune




Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Ἦταν σάν σκηνή θεάτρου
ἀπροσδιόριστα τά χρώματα τῶν σκηνικῶν ἤ τά  λησμόνησα
τά πρόσωπα - ἄγνωστά μου-
κατέχονταν ἀπό μιά ἔκδηλη ἀμηχανία
σιγά σιγά παράλλαζαν σάν νά τούς ἔφευγε ἡ μεταμφίεση
σάν νά μήν ἦταν πιά ἠθοποιοί
ὥσπου κατάλαβα ὅτι ἀγωνιοῦσαν

Κάτι ἑτοιμαζόταν πίσω ἀπ’ τή σκηνή
ἀθέατο σέ μᾶς
πού ὅλο καί πιό ἕντονα ἐπιδροῦσε στή στάση, στίς
κινήσεις τους
ἐνῶ συνάμα οὔτε στιγμή δέν ἔπαυαν
νά ἀπαγγέλλουν μέ ακρίβεια τούς ρόλους τους
ἀναβάλλοντας ἴσως μέ τόν τρόπο αὐτόν
κάποια ἀκατανόμαστα βασανιστήρια
πού ἤξεραν  ὅτι θά ὑποστοῦν σέ λίγο


πίνακας Arshile Gorky , Soft Night, 1947

Η ΑΡΚΤΟΣ

Ἡ κατοικία μου εἶναι μακριά ἀπ’ τή θάλασσα
ἐγώ  ὅμως τή νύχτα ἀκούω τά  κύματα νά ὁρμοῦν
         ἕνα ἕνα
τό πρῶτο ὥς τά γόνατά
τό δεύτερο στή μέση μου
τό τρίτο στό λαιμό μου, τό τέταρτο…

Αὐτές τίς νύχτες δέν ἔχει φεγγάρι
βγαίνει μόνο ἡ ἄρκτος

ΤΕΛΕΙΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

Τώρα πού ἄρχισαν οἱ σκοτεινές ἡμέρες εἶναι καιρός
    νά πέσουμε σέ χειμερία νάρκη
ὕστερα σέ νάρκη ἐαρινή
τό καλοκαίρι…..
λίγο μόνο νά ξυπνᾶμε τό  δροσερό φθινόπωρο γιά ἕναν
       περίπατο στήν πλαγιά
γιά ἕνα ταξίδι στό νησί μας μέ τά  ἐλαιόδεντρα
ἐκεῖ ὅπου ἂλλοτε….
Καλύτερα ὅμως τό φθινόπωρο νά πέσουμε σέ νάρκη
         Φθινοπωρινή.






Η Αλόη Σιδέρη (1929-2004) γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς. Σπούδασε Ιστορία - Αρχαιολογία και Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1955 ως το 1985 δίδαξε φιλολογικά μαθήματα σε ιδιωτικά κυρίως σχολεία της μέσης εκπαίδευσης. Μετά τη μεταπολίτευση υπήρξε για χρόνια ένα από τα σημαντικότερα στελέχη των συνδικαλιστικών κινητοποιήσεων της ΟΙΕΛΕ. Σημαντικό επίσης είναι το μεταφραστικό έργο της. Μετέφρασε σημαντικούς συγγραφείς από τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα αγγλικά (Τζ. Σουίφτ, Σ. Σαβαρέζε, Ν. Μάνεα, Ο. Σκοτ, Χ. Κ. Άντερσεν, Καζανόβα κ.ά.). Θεωρείται ότι δημιούργησε τομή στις μεταφράσεις των βυζαντινών χρονογράφων (Άννα Κομνηνή, Προκόπιο, Μιχαήλ Ψελλό) στα τέλη της δεκαετίας του '80. Κατόρθωσε να αλλάξει τον τρόπο πρόσληψης αυτών των κειμένων φέρνοντάς τα κοντά στο σύγχρονο αναγνωστικό κοινό. Έχει επίσης μεταφράσει Όμηρο, Ηρόδοτο, Ξενοφώντα, Αριστοτέλη, Ιπποκράτη, Λουκιανό, Ηλιόδωρο καθώς και τις "Συλλογές των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου" του Αρχιεπισκόπου Ιωάννου του Ανωνύμου.
Η Αλόη Σιδέρη έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, μια συλλογή διηγημάτων, χρονογραφήματα, φιλολογικές μελέτες και μια δίτομη ιστορική πραγματεία. Ποιήματα και δοκίμιά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά και πολιτικά περιοδικά. Είχε επίσης συνεργαστεί επανειλημμένως με το Κρατικό Ραδιόφωνο και την Κρατική Τηλεόραση σε εκπομπές λογοτεχνικού αλλά και κοινωνικού περιεχομένου. Υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων.

 ......................................................................


Στα ποιήματα της Κυριακής  ο  Γιάννης Κοντός  (από την ποιητική συλλογή «Ο αθλητής του τίποτα, Εκδόσεις Κέδρος, 1997,  artpress)


Υποδοχή: Η συλλογή του Γιάννη Κοντού «Ο αθλητής του τίποτα» κυκλοφόρησε το έτος 1997. Το έτος 1998 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, αλλά δυστυχώς έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία. Ο ποιητής δήλωνε φανατικός θαυμαστής του Σάμιουελ Μπέκετ αλλά και του γλύπτη Τζιακομέτι, ενώ θεωρούσε ποιητικούς προγόνους του τον Σαχτούρη και τον Καρυωτάκη. Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος έγραψε για την ποίηση του Γιάννη Κοντού ότι «..τα ποιήματα του Κοντού θα μπορούσαν να διακριθούν σε θεματικά , σε ποιήματα  δηλαδή στα οποία η ποιητική συγκίνηση διοχετεύεται μέσα από τους διαύλους ενός συγκεκριμένου θέματος, και σε ποιήματα διάθεσης ή ατμόσφαιρας, που η θερμοκρασία της παράγεται κυρίως από την τριβή εικόνων φαινομενικά ασύνδετων μεταξύ τους. Και στις δύο περιπτώσεις η διατύπωση του Κοντού διακρίνεται συχνά από μία ασυνήθιστη οπτική ενάργεια η οποία αποτελεί την κύρια αρετή της ποίησής του, ενώ ο Νάσος Βαγενάς έχει γράψει ότι «..η εικονογραφία του φτάνει σε τέτοιο βαθμό καθαρότητας, σε μια διαύγεια σχεδόν ονειρική».
Η καθημερινότητα μέσα από την ποίηση του Γιάννη Κοντού, εκτείνεται σε διαστάσεις απρόβλεπτες, αποκαθαίρεται για να γίνει υποφερτή, είναι ο τόπος για να αγναντεύουμε την ομορφιά «..όπως τη θάλασσα.». Είναι ο χρόνος ο άτακτος που μας καλεί στον αγώνα να κερδίσουμε «…ένα πόντο θάνατο και απεριόριστη αθανασία». Μία ήπια ποίηση (ποίηση δωματίου τη χαρακτηρίζει ο Χάρης Ψαρράς), που ωστόσο η νεωτερική δομή της, ο ρυθμός του ελεύθερου στίχου, η εικονοκλαστική αποτύπωση ακόμη και του απείρου («..το τέρμα σφίγγεται βίδα/στο άπειρο ή στην κάθε μέρα..»), αναπτύσσει μία πολύτροπη δυναμική, μετατοπίζοντας συνεχώς τα όρια, ανακαινίζοντας το χώρο με γεύσεις, μυρωδιές, μελωδίες και χρώματα, θραύσματα όλα μιας ύπαρξης που σημειώνει ανεξίτηλα το παρόν της.

Μουσική διάθεση: Wim Mertens - And Growth Can Be Heard  (Skopos)



Τά φροῦτα καί ὁ ἄνθρωπος

Νερά στά πλακάκια
καί τό καλοκαίρι καραδοκεῖ
πίσω ἀπό τίς πόρτες.
Στάζει τό σῶμα σου
σκόνες ἡλιαχτίδες καυτές
καί ἀρχαῖες. Σκιές, φωνές-
μέσα ἀπό κήπους-πολλά πετούμενα.
Ἡ γῆ στρογγυλεύει περισσότερο,
ὁ οὐρανός καθαρός, τά σύννεφα,
δεμένα στά βουνά, ἀτενίζουν
μέ λύπη τίς πόλεις.
Στούς ἀγρούς, τό χῶμα σφίγγει.
Τα φύλλα ἀδυνατίζουν. Το φεγγάρι
κάνει χαμηλές πτήσεις. Μιά ξέρα
ἁπλώνεται πρός στιγμήν. Κάποιος
θέλει νά τραγουδήσει. Τότε ὁ ἄνθρωπος
σηκώνει τά χέρια καί κόβει. Τό χέρι
θυμᾶται τούς προγόνους του. Τό φροῦτο,
τό χάδι, τό χνούδι, τό φιλί, ὁ ἥλιος
-          ἡ ζωντανή φύση τῆς ζωγραφικῆς.


Καλοκαιράκι

Ὁ σκόρος ἔρχεται πάλι.
Τρώει τό τραγούδι, τίς ἐπαναλήψεις,
τίς ἐξουσίες, τά φιλιά: ὅλα
τά κάνει σκόνη. Μοιάζει μέ τό χρόνο.
Ὁ δεύτερος εἶναι ὕπουλος, εἶναι στάσιμο νερό.
Μπαίνει στό αἷμα καί τό σκουραίνει.
Ὁ ἥλιος τρυπάει τίς ντουλάπες, τά μπαοῦλα
καί τρυπώνει ὁ σκόρος. Κάνει αὐλάκια
στό μυαλό, στίς κουβέρτες πού σέ τυλίγανε
τό χειμώνα. Ὁ χειμώνας εἶναι στήν ἀποθήκη
καί περιμένει. Ὅλα περιμένουν, νά ρουφήξει
ἡ γῆ τούς χυμούς τῶν δέντρων,
νά κοιμηθοῦν τά δέντρα,
νά ξυπνήσουμε ἐμεῖς.
Γιά τήν ὥρα, κυνηγᾶμε ζωύφια καί ἰδέες.
Τόν ἴσκιο μας δέν τόν κυνηγᾶμε,
γιατί ἔγινε πλῆθος καί μᾶς παρακολουθεῖ.

Κάθομαι στό βουνό τῆς σκόνης
καί σέ ἀγναντεύω ὅπως τή θάλασσα.


Γιάννης Μιχαηλίδης-Μεταλλική Νεκρή Φύση



Ὁ ἀθλητής τοῦ τίποτα

Tρέχει. Τρέχει μέ ἀντίθετο ἄνεμο.
Περνᾱ βουνά, λίμνες, πόλεις. Δυσκολίες
καί δυσκολίες. Φωτιές, πολέμους, γκρίνιες, οἰκογένειες.
Λίγες ὀμορφιές ὅταν σταματάει νά πιεῖ νερό.
Τίς βλέπει γιά λίγο, τίς πιάνει, ξεχνιέται.
Καί πάλι τό κυνηγητό, ἡ κομμένη ἀνάσα,
οἱ ἀποσπασματικές εἰκόνες, τραῖνα πού περνᾶν
μέ χαρούμενους ἀνθρώπους. Καί ἀυτός
σάν κυνηγημένος νά προσπαθεῖ ταυτόχρονα
καί ἄλλα ἀθλήματα. Νά ἔρχεται τελευταῖος
μέ τήν ψυχή στό στόμα, νά μήν τόν βλέπει
κανείς, γιατί οἱ θεατές ἔχουν ἤδη διαλυθεῖ.
Μέ βροχές, μέ χιόνια, μέ ἥλιους, τό σῶμα
ἀντέχει, τό μυαλό πετάει. Ἄλλοτε ξεχνάει –
ἄλλοτε θυμᾶται. Σέ μιά στάση γιά νά δεῖ
τό φεγγάρι, συνέχεια σκέπτεται: τό βιολέ
ἀπόβραδο, τά χάδια καί τίς ὑποσχέσεις.
Καί τρέχει, τρέχει, ἐνῶ οἱ ἄλλοι συναθλητές του
ἔχουν τερματίσει καί σάρωσαν βραβεῖα
καί ιαχές. Αὐτός μόνος τόν κύκλο
τοῦ χρόνου τρέχει. Χρόνος σέ εὐθεία
ἤ τεθλασμένη ἤ σπείρα. Δεν κοιτάζει
πίσω τό ποίημα,  γιατί τόν ἀκολουθοῦν μύγες, ἀκρίδες
καί μολυσμένος ἀέρας τοῦ πολιτισμοῦ.

Περνώντας βλέπει δέντρα καί οὐρανό,
βλέπει πουλιά, χαμογελᾶ καί λέει
νά δραπετεύσει, νά πετάξει.
Ἀλλά δέν γίνεται, εἶναι προγραμματισμένος
γι’ αὐτόν τό ρόλο. Τό ρόλο τοῦ δρομέα
μέ τό ἄγνωστο τέρμα.
Νύχτα καί μέρα ἀναβοσβήνουν.
Τά μάτια του συνήθισαν σ' αὐτό τό
λυκόφως. Ἥρωας τοῦ Σάμουελ Μπέκετ
δέν τό φαντάστηκε ποτέ ὅτι θά γίνει.
Τώρα πλησιάζει σέ ἔνα σκοτάδι
πού αὐτός τό βλέπει ἄπλετο φῶς.
Φουσκωμένα τά μάγουλα ἀπό τήν προσπάθεια,
εἶναι σάν νά φουσκώνει τά πανιά τῆς
Ἀργοναυτικῆς Ἐκστρατείας. Πάει καί πάει.
Τό πέλμα θυμᾶται τό πρίν καί τό
μετά ἀμετάκλητα. Γίνεται τροχός,
βγάζει σπίθες καί πεῖσμα τοῦ ἔρωτος.
Τό τέρμα σφίγγεται βίδα
στό ἄπειρο ἤ στήν κάθε μέρα.
Ἕνας διασκελισμός καί χάνεται
στήν ἀβεβαιότητα τοῦ τέλους.





Βιογραφικό:
Γεννήθηκε στο Αίγιο το 1943 και πέθανε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2015.  Σπούδασε Οικονομικά και αρχικά εργάσθηκε ως ασφαλιστής, ενώ στη συνέχεια (από το 1971 έως το 1976) διατηρούσε βιβλιοπωλείο από κοινού με τον Θανάση Νιάρχο. Δημιούργησε την πρώτη του ποιητική συλλογή στα 1965 και συνέγραψε το πρώτο του βιβλίο το 1970. Το 1973 κέρδισε χορηγία του Ιδρύματος Φορντ. Επί σειρά ετών ήταν συνεργάτης ραδιοφώνου καθώς και των εκδόσεων "Κέδρος". Είχε κατά διαστήματα συνεργαστεί με περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού καθώς και με την εφημερίδα "Το Βήμα της Κυριακής". Είχε γράψει κείμενα για σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους. Τον Απρίλιο του 1992 εκδόθηκε μια επιλογή ποιημάτων του με τίτλο "Όταν πάνω από την πόλη ακούγεται ένα τύμπανο", σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, εικονογραφημένη από τον ζωγράφο Δημήτρη Μυταρά. Το ενδέκατο βιβλίο του, "Πρόκες στα σύννεφα" είναι μια ανθολόγηση όλων των ποιητικών του βιβλίων, που έκανε ο ζωγράφος Γιάννης Ψυχοπαίδης και την συμπλήρωσε με 20 χαρακτικά. Το 1998 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική συλλογή "Ο αθλητής του τίποτα". Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου. Έργα του (μεταξύ των οποίων και παιδικά διηγήματα) έχουν δημοσιευθεί σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες. Το 1980 ο συνθέτης Νίκος Καλλίτσης κυκλοφόρησε το δίσκο «Απόπειρα»[2] με μελοποιημένα ποιήματά του και ερμηνεύτρια την Αφροδίτη Μάνου. Συνεργάσθηκε με Έλληνες ζωγράφους, όπως τον Δημήτρη Μυταρά, τον Αλέκο φασιανό, τον Φαίδωνα Πατρικαλάκη κ.α. που του εικονογράφησαν εξώφυλλα ποιητικών του συλλογών καθώς και τα παιδικά του βιβλία. Δίδαξε επίσης, θεατρική τέχνη.


 ..........................................................................



Στα ποιήματα της Κυριακής  ο  Φάνης Παπαγεωργίου (από την ποιητική συλλογή «Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα», Εκδόσεις Κουκούτσι,  2015, artpress


Υποδοχή: «Σεισάχθεια» μία γνώριμη λέξη για μας τους νομικούς από το "σείω" (ταρακουνώ)  και το  "άχθος" (βάρος, χρέος). Ουσιαστικά σήμαινε την αποτίναξη των χρεών. Πριν την εισαγωγή της από τον Σόλωνα, στην Αθήνα ίσχυε ο θεσμός της υποδούλωσης για χρέη: ένας πολίτης που δεν μπορούσε να ξεπληρώσει το δανειστή του έχανε την ελευθερία του.
Στη σεισάχθεια του ήλιου κυριαρχεί το φως και μία λευκότητα, ενώ «το Βερολίνο δεν υπήρχε ούτε και το τείχος». Οι πολιτικοί συνειρμοί είναι αναπόφευκτοι, αλλά με δόσεις που δεν αλλοτριώνουν την ποιητική εμπειρία. Στίχοι για επιτύμβια, ανακαινίζουν τις εικόνες του ουρανού, των αστεριών και της γης. Μία λυρικότητα ανθίζει στην κίτρινη χλόη του σουρεαλιστικού τοπίου.  Η παρουσία του φωτός παντού, ακόμη και για να συνοψίσει τα όριά του στο σκοτάδι («δυο πήχες φως και αυτό να λέγεται φέγγος», «ΑΣΕΛΗΝΟΣ»).  Το αισθητικό σύμπαν του Φάνη Παπαγεωργίου, κλειστό από τον ουρανό του,  χαρακτηρίζεται από  μία έντονη διαδοχή εικόνων. Οι λέξεις σα χρώματα απλώνονται στην παλέτα και ο καμβάς θαρρείς ποτέ δεν ολοκληρώνεται. Προφανώς ηθελημένη κατάκτηση της αποφυγής έλλογων συνειρμών, και προφανώς πετυχημένη εικονοκλαστική συγκίνηση μέσω άλογων συνδέσεων στη χρήση της γλώσσας.
Και όμως η γλώσσα ακόμη και έτσι, είναι υπόσταση και συνεχίζει να θέτει ερωτήματα ή να  δίνει απαντήσεις. Η ποίηση θα εξυπηρετεί πάντα αυτή τη λειτουργία, διατρανώνοντας ότι τα σύμβολα δεν έχουν γένη, καταγωγή ή προορισμό. Έχουν όμως θέα. («ήταν σαφές, ο θεός είχε γεννηθεί/μέσα από τη λερναία φύση αυτής της γυναίκας… Ο θεός υπήρχε παντού εκτός από τη γη. «Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»).

Μουσική διάθεση: Yann Tiersen - Rue des Cascades (Instrumental)

ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ
Μπορούσες να διακρίνεις τις ώρες
1520 ακριβώς
από την πλημμυρίδα του φωτός
τα άνθη είχαν λυγίσει τη μέση τους
η γη δεν ήταν παρά μόνο κοντά
κι εκείνη βρισκόταν ήδη τόσο μακριά
που θα την άγγιζες
έστω και μέσα από τη σχισμή στα κάγκελα
ενώ είχε προλάβει να απορρίψει λέξεις όπως
επιστροφή, ερημιά, επωδός
και δεν θα σε γνώριζε. Είχε άλλες:
εκόμα, εσφαλώς, ερμονία

σε λίγο ο δρόμος θα ξεφόρτωνε οχήματα
ο ουρανός θα ξεφόρτωνε άστρα
ο λόφος θα ξεφόρτωνε βουνά
το χρέος θα ξεφόρτωνε ανθρώπους
η γη θα ξεφόρτωνε την κίνησή της

μόνο φως κι ούτε σκιά
ούτε φιλιά ούτε τίποτα

το Βερολίνο δεν υπήρχε
ούτε και το τείχος


ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ
Θεόρατη η νύχτα ήταν ανάμεσα στα χέρια της
φορτωνόταν άστρα στη ράχη της
τα τάιζε από τα σωθικά της
και ήταν τόσο ισχνή που με δυσκολία φαινόταν
καθώς ξεφόρτωνε άλογα και τα έριχνε στο θόλο

Έπλαθε τα πεφταστέρια

πασπάλιζε με φως βγαλμένο από μέσα της
τώρα που θα σπάσει μέσα στις επιφάνειες
θα χωριστούν η σελήνη από το δέρμα της
θα γίνουν μαζί
η κλεψιά της πτώσης

The strange country by Conroy Maddox



ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Πτυχώσεις χαδιού έραβαν στα γυαλιά
για να προστατεύσουν το κρύο από τη ζεστή θαλπωρή
που χορεύει μέσα στο σπίτι των εραστών
μέσα σε σανίδες και χρωματιστά φύλλα
σαν αυτά που ψάχνουν οι σπηλιές
και κρύβουν το ψωμί σε σβώλους
για να τσιμπολογούν οι νύχτες όταν σκεπάζονται με φως
και τα κύματα όταν κοπάζουν και μαζεύουν τον αέρα
κάθε φορά που οι εραστές βραχυκυκλώνουν
και προτάσσουν δέντρα και κλαδιά
εκεί που ανεβαίνει το χάδι και τα χέρια






Βιογραφικό:
Ο Φάνης Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986. Σπούδασε οικονομικά σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο και είναι Διδάκτωρ Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Το πρώτο του βιβλίο είχε τιμηθεί συμμετέχοντας στην τιμώμενη βραχεία λίστα για το βραβείο Γιάννη Βαρβέρη (2013). Έχει δημοσιεύσει ποιήματα του σε ποιητικά περιοδικά και εφημερίδες.Το "Πλυντήριο άστρων" αποτέλεσε την πρώτη του ποιητική συλλογή (Λογότεχνον, 2013). “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα” είναι η δεύτερη ποιητική του συλλογή από τις εκδόσεις Κουκούτσι, 2015.

.........................................................................

Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου (από  την ποιητική συλλογή «Στο σπίτι του κρεμασμένου», Εκδόσεις Θράκα 2015, artpress

Υποδοχή: Στα μικρά ποιητικά αφηγήματα της συλλογής ρέει ο μεγάλος χρόνος της τέχνης και της δημιουργίας. Στιγμιότυπα φωτογραφικά που ικανοποιούν την κατανοητή ανάγκη να ακούσουμε κάτι από τη ζωή των μεγάλων της τέχνης, του Κάφκα, του Μπέρνχαρντ, του Χάιντεγκερ, του Σαχτούρη, του Καβάφη, του Μπέκετ, της Ανν Σέξτον, του Γιεσένιν και όλων αυτών των δημιουργών που ενέπνευσαν τον Συφιλτζόγλου να συνθέσει τοπία συνύπαρξης στις μικρές αυλές ενός άλλου καινοφανούς χρόνου. Λιτός λόγος, κάπου κάπου λυρικός, αλλά σίγουρα υπαινικτικός, εισχωρεί σε απόκρυφες συγγένειες, σε φονικές καταγωγές, εκλεπτύνει τη διαφορετικότητα των προσώπων και των έργων. Λεπτομέρειες από το βίο των καλλιτεχνών, μετατρέπονται στο χάρτινο φιλμ του Συφιλτζόγλου σε ασπρόμαυρα πλάνα. Βγαίνουν από το έργο τους, γίνονται ήρωες οι ίδιοι μιας αφήγησης,  συναντώνται τυχαία ή μη, κουβαλώντας τις εθνικότητές τους, αγαπάνε ή ζητάνε και πεθαίνουν προσωρινά, γιατί στην τέχνη αρέσει να καταργεί τα ληξιαρχεία.

Μουσική διάθεση: Barry Adamson-  Checkpoint Charlie (Soul Murder)

***

όταν αφυπηρέτησα απ’ τις Νήσους των Μακάρων, με βρήκε
ο Μαύρος Κόκορας. μου ’δωσε ένα αυγό. για τον Σαχτούρη.
πού τον ξέρετε, ρωτώ. ήμασταν συμφοιτητές στη Νομική,
μου λέει, ο Μίλτος έγινε Ποιητής, εγώ κόκορας
κι έφυγε δακρυσμένος
με το κόκκινο
λειρί του
μεσίστιο


 
Franceska Woodman -Artwork From Space2, Providence, Rhode Island
 ***

Το 2000 κατεβαίνει στην Αθήνα ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
στα χέρια του κρατά τις ακτινογραφίες του Νίκου-Αλέξη
Ασλάνογλου. τον αναζητά στη Νέα Σμύρνη. του λένε πως
έφυγε. πάει στη Νέα Ερυθραία. του λένε μετακόμισε. τον
ψάχνει στους Αγ. Αναργύρους. του λένε πέθανε. τον βρίσκει
στο νεκροταφείο του Αμαρουσίου.

– Νίκο, συγγνώμη για την καθυστέρηση, εδώ τις έχω.
– Μανόλη, εσύ δεν πέθανες;
– όχι, το 2005 θα πεθάνω.
– δεν πειράζει, φέρε τις τότε, μαζί με μια καρτ-ποστάλ
από το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Δράμας.
– γιατί;
– ξαναδιάβασε τον «Δύσκολο θάνατο» και θα καταλάβεις

***
ο Σάμουελ Μπέκετ με τη Μέλπω Αξιώτη. αυτή ποτίζει τις
ρυτίδες του, αυτός οργώνει τις σκέψεις της. συγγενεύουν.
απ’ το ίδιο ινδιάνικο φαράγγι. καπνίζουν αμίλητοι. ένα πο-
τάμι αυλακώνει τα μάτια τους. η σελήνη τραβάει τα νερά.
κάνουν να φιληθούν. ξαφνικά η Μαντώ Αραβαντινού. τους
χαστουκίζει. σπάνε σαν ξερόκλαδα- ο ένας πάνω
στον άλλο.

***

ήταν κάποιος Ντον. Ντον ΝτεΛίλλο. συζούσε με μία Ανν. Ανν Σέξτον.
δωμάτιο 256, 21ος όροφος, ανατολικά. τα βράδια παίζανε χαρτιά.
όποιος κέρδιζε, κατάπινε καραμέλες μπρούμυτα. τα γέλια τους
έφταναν ως το πρωί. τότε ο Ντον με μπλε μαρκαδόρο ξεκινούσε
και σημείωνε απ’  τον αριστερό ώμο ως τη δεξιά φτέρνα. τα μεση-
μέρια κάθονταν μπροστά στο παράθυρο- μέχρι που τους κατάπιε
το δυσοίωνο τοπίο.





Βιογραφικό
Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γεννήθηκε στη Δράμα το 1983, όπου και ζει. Είναι πτυχιούχος Νομικής (2004) και Πολιτικών Επιστημών (2011) του Α.Π.Θ. Το βιβλίο «Στο σπίτι του κρεμασμένου» είναι η τέταρτη ποιητική του συλλογή από τις Εκδόσεις Θράκα. Για το βιβλίο έλαβε το βραβείο ποίησης του λογοτεχνικού ψηφιακού περιοδικού "Αναγνώστης"







...................................................................

Στα ποιήματα της Κυριακής  η Ουρανία Κουνάγια (από την ποιητική συλλογή «Δυσανάγνωστα ἀπογεύματα», Εκδόσεις Κίχλη,  2015, artpress)

Υποδοχή: Ο ποιητικός κόσμος της Ουρανίας Κουνάγια, αποτελείται από μικρές καθημερινές λεπτομέρειες, αντικείμενα που άλλοτε λειτουργούν σα σύμβολα και άλλοτε προσδιορίζουν το χρόνο με μονάδα μέτρησης τη μοναξιά. Καμιά φορά κρύβεται και μία πικρόχολη ειρωνεία-δημιούργημα της τεχνικής της αφήγησης-που επικυρώνει τη ματαιότητα και δεν επιτρέπει στο συναισθηματισμό του αναγνώστη να διολισθήσει σε μία οδυνηρή δραματικότητα. Τα υλικά της είναι τα αναγκαία και ακριβώς απαραίτητα. Μικροί πυκνοί στίχοι, οι εντελώς κατάλληλοι για να προσδιορίσουν μνήμες, απώλειες και ζημίες ή αλλιώς χρεωκοπίες (Από το ποίημα «Κι ὅμως παζάρευε»: Ἀγνοοῦσε τήν ὑπεραξία κάποιων στιγμῶν/κι ὅμως παζάρευε τά τιμαλφή,/γιά νά ρεφάρει./Τέτοια χρεωκοπία!/). Τα νοήματα έρχονται αθόρυβα λόγω της αφηγηματικής οικονομίας, κινούνται στα κενά διαστήματα των στίχων, καθώς η ποιήτρια συνθέτει και με την παράλειψη. Οι χρόνοι της ποιητικής αφήγησης μοιάζουν τετελεσμένοι. Μοιάζουν, γιατί με κάποιο τρόπο μία μνήμη (λευκού χρώματος, όπως το νυφικό στο ανθολογούμενο ποίημα), βρίσκει τρόπο να διεισδύσει σε μελλοντικό παρόν και να ζητήσει τη δικαίωσή της.

Μουσική διάθεση: Domenico Scarlatti,  Sonata in E Major, K 531, L 430

Τινάζουν τά  ὄνειρα

Προσπεράστε
τά πρωινά μπαλκόνια
καί μήν κοιτάζετε
ἀπό συνήθεια !

Γυναῖκες
μαζί μέ τά σεντόνια
σέ πιλοτές κι ἀκάλυπτους
τινάζουν τά όνειρά τους.
Καί μήν ἀναρωτιέστε !

Φύσαγε ἄγριος βοριάς
στό μαξιλάρι τους.


Δυσανάγνωστα ἀπογεύματα

Ἀφαιροῦν συλλαβὲς καὶ προσδοκίες
ἀπὸ τὰ ὀνόματά τους
καὶ
ἔτσι ἀνάπηρες παρακολουθοῦν
τηλεοπτικὰ μαθήματα μαγειρικῆς.

Τὰ τρυφερὰ χεράκια
τῶν ἀγέννητων παιδιῶν τους κρατοῦν
καὶ
ψιθυρίζουν τραγουδάκια.

Εἶναι πολλὰ γιὰ νὰ χωρέσουν ὅλα.
Περισσεύουν καὶ γι’ ἄλλα ἀκόμη
δυσανάγνωστα ἀπογεύματα.

Ἀνοίγουν τὴν πόρτα τῆς τηλεόρασης:
μιὰ μαϊμοὺ εἰσβάλλει
νὰ διασκεδάσει τὸ μπλὲ τῆς βραδιᾶς.


Chiharu Shiota, Installation view 2008



Τό νυφικό

Μετά τήν τελετή
δίπλωσε προσεκτικά σέ ρυζόχαρτο
τό νυφικό της φόρεμα,
τή λαμπρότητα τοῦ λευκοῦ νά διαφυλάξει.
.................................
Χρόνια μετά τή μεγάλη φυγή
σκέφτηκε νά τό διαμελίσει,
κάτι χρήσιμο νά κάνει:
μαξιλαράκια ἴσως
τή μοναξιά τοῦ καναπέ γιά νά σκεπάσει

ἰδίως τ’  ἀπογεύματα τῆς Κυριακῆς.





Βιογραφικό
Η Ουρανία Ε. Κουνάγια γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Εργάστηκε ως υπάλληλος στο δημόσιο. Με την ποίηση ασχολείται από το 1980. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά "Εμβόλιμον", "Εντευκτήριο", "Νέο Επίπεδο", "Νέα Ευθύνη", "Πάροδος", "Η Παρέμβαση" και "Ο Σίσυφος". Η πρώτη ποιητική συλλογή της, με τον τίτλο "Μεσίστιες ημέρες, αυτόχειρας πόθος", εκδόθηκε το 2012 (Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη). Τα «Δυσανάγνωστα ἀπογεύματα» είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογής από τις Εκδόσεις Κίχλη.

...........................................................................


Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Δημήτρης Πέτρου (από την ποιητική συλλογή «Α΄ Παθολογική», Εκδόσεις Μικρή Άρκτος,  2013,  artpress)

Υποδοχή: Γίνεται καμιά φορά ο τελευταίος στίχος μιας συλλογής, να είναι αφορμή για να ανατρέξεις στην αρχή και να διαπιστώσεις με σιγουριά ότι δεν σου ξέφυγε κάτι. «Τι να σου κάνω και σένα, ποιητή μου;/Πνιγμένος στον βυθό μιας ανθολογίας./Με σκυμμένο το κεφάλι έγραφες/το τέλος της ιστορίας», γράφει ο Δημήτρης Πέτρου, στο τελευταίο του ποίημα με το συμβολικό τίτλο «Οπισθόφυλλο». Πρόκειται για μικρές αφηγήσεις, για μικροϊστορίες που ξεπηδούν από φωτογραφίες, από πορτραίτα, από φήμες ή από χώρους όπου η λειτουργικότητά τους έγκειται στο σκοτεινό αυτών (Σκοτεινός Θάλαμος). Είναι τέτοια  η ρυθμική των στίχων και η πλοκή που απλώνεται στις μικρές σελίδες της συλλογής, που οδηγεί άμεσα στην προσέγγιση του ψυχισμού του ποιητικού υποκειμένου. Τα ποιήματα του Πέτρου σ’ αυτή τη συλλογή, φαίνεται να αποτελούν ένα ενιαίο νοηματικό σύνολο, χωρίς ωστόσο να χάνει το κάθε ένα την αυτονομία του. Ο αναγνώστης δεν εγκλείνεται απαραίτητα στον «θάλαμο» ή στην «οικογενειακή φωτογραφία», που στην ουσία λειτουργούν ως αποξενωτήρια, αλλά διατηρεί μία απόσταση από αυτούς του χώρους/τόπους. Αυτό επιτυγχάνεται καθώς οι στίχοι του ποιητή θάλπουν μία ήπια συγκίνηση. Η ποιητική του Πέτρου δεν ακροβατεί σε ρυθμικές υπερβολές και χτυπητές διακυμάνσεις. Ο ποιητής «έγραφε» σκυμμένος το τέλος της ιστορίας (ένας παρατατικός που ηχεί σαν εξακολουθητικός μέλλοντας), ίσως γιατί ο ποιητής γράφει πάντα έχοντας απλωμένη μπροστά του μία θέα από λήξαντα χρόνο («Πάνθεον»).

Μουσική διάθεση: Sibylle Baier-  Τonight


Α΄ Παθολογική
Η μάνα μου σε κρεβάτι νοσοκομείου, μόνη.

Μπλούζες χιόνι, γυαλιά μυωπίας
Και επισκεπτήριο τρεις με πέντε.

Το φως στον θάλαμο κακοπληρωμένη νοσοκόμα.

Πλησιάζω αργά,
κάνω πως δεν βλέπω το ρολόι.

 Η μάνα μου με ρωτάει:
–Τι λες; Φεύγω τη σωστή ώρα;

 Η φωνή μου βγαίνει απ’ το υπόγειο
από στοίβες ξύλα,
ένα λίκνο, άδεια ράφια.

–Δεν σε ξέρω!–

Κάθε βράδυ ένα μεταγωγικό περνάει πάνω
                                              απ’ το κεφάλι μου.


Το πορτραίτο της Άννας

Η Άννα κατάκοιτη
πάνω σε μια νύχτα που απλωνόταν σαν τις φλοκάτες στη
                                                                             βροχή.

Το σπίτι μικρό, τόσο μικρό, που ούτε η σιωπή
έβρισκε μέρος να σταθεί.
Για κουρτίνες είχε το νυφικό της φόρεμα
και στα πολύφωτα κούρνιαζε σκόνη μαύρη σαν ρόγχος
ή σαν θηλιά δεμένη πρόχειρα.

Κάποτε είχε φυτρώσει ένα χταπόδι-δέντρο στο σαλόνι
και οι γείτονες μαζεύτηκαν με τα κουζινομάχαιρα να το
                                                                                       πελεκήσουν
κι ύστερα κάθησαν και τους κέρασε γλυκό.

Η Άννα κατάκοιτη
έριχνε στο ποτάμι των μαλλιών της ενθύμια και βρισιές,
για έναν άντρα που αγάπησε τετρακόσια χρόνια
−όσα τα χρόνια που έζησε με την αρρώστια−
με τα βλέφαρά της στο κομοδίνο
σ’ ένα ποτήρι δάκρυα.

Τη μέρα που τη θάψαμε, ο ήλιος είχε πρόσωπο συγκεκριμένο.
Ένας ήλιος γκρινιάρης, σακάτης και μοχθηρός,
ανεβοκατέβαινε από τον κόσμο των τυφλών
στον κόσμο των βαριεστημένων.

φωτο Katherine Ginter, Pretty Things

Πάνθεον

Κι όταν ο χρόνος έληξε

                       μείναμε να κοιτάμε.

Περιμέναμε τη συντέλεια του κόσμου.
Ή έστω να ανοίξουν οι ουρανοί.

Τίποτα δεν έγινε.

Στο τέλος βαρεθήκαμε και κάποιος πρόσταξε πάμε.

Ούτε καν χαιρέτησα. Ούτε καν χαιρέτησες.

Άλλωστε,
                       ο χρόνος είναι ένα αμάξι δίχως λάστιχα,
είπες.





Βιογραφικό


Ο Δημήτρης Πέτρου, γεννήθηκε το 1970 στη Δράμα όπου και ζει. Το 2013 η Μικρή Άρκτος  κυκλοφόρησε  την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο   Α΄ Παθολογική. Η ποιητική συλλογή  Χωματουργικά είναι η δεύτερη ποιητική του συλλογή. 




....................................................................


Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (από την ποιητική συλλογή «Τι κοιτάζει στ’ αλήθεια ο ποιητής», Εκδόσεις Πόλις,  2016,   artpress)

Υποδοχή: Εντυπώσεις και αισθήσεις στην αγορά της καθημερινότητας. Από την εμβληματική σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου μέχρι το γιασεμί, τη βροχή, το αιδοίο. Μικρά πράγματα, γεγονότα και αισθήματα, προορισμένα να χαθούν στην αδυσώπητη ροή του χρόνου. Ο ποιητής τα κοιτάζει αληθινά. Δηλαδή εντυπώνοντας και όχι προσπερνώντας σαν αυτονόητα τεκμήρια της ύπαρξης. Τα εντυπώνει με την απλότητα της ποιητικής του τέχνης, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί αντιλαμβάνεται ότι  της ύπαρξης της αρέσει να προσεγγίζεται απλά (Τσούσκα εναντίον Cogito- τρώγοντας στο ξύλινο τραπέζι/ ένα βαθύ πιάτο φασολάδα/ κι έχοντας από δίπλα/ μία κόκκινη καυτερή πιπεριά/ που αστόχαστα δαγκώνεις/ δεν χρειάζεται καν να σκεφτείς/ για να ξέρεις ότι υπάρχεις). Τα σώματα, οι ραφές από τις κάλτσες, οι μυρωδιές, τα λουλούδια, τα αυτοκίνητα, τα βιβλία, οι μουσικές, το κορίτσι με τις αλλεργίες, είναι οι κανόνες της καθημερινότητας (του «ελέου» όπως την ονομάζει ο Σεφέρης). Η διαφορά είναι ότι  στα ποιήματα του Γιαννακόπουλου δεν συμβαίνει κάποια νεωτερική μεταπλασία αυτών για να τελεστεί η ποιητική εμπειρία. Όποιος αναζητά λύτρωση και κάθαρση από την πεζότητα, μάλλον δεν θα τη βρει εδώ. Εδώ βρίσκουμε συντροφιές, ευπορούμε και κάνουμε παρέα στα γνωστά μας μέρη, καθισμένοι στο λίθινο πεζούλι του μεταφυσικού, την πραγματικότητα.

Μουσική διάθεση: Balthazar -Fifteen Floors 

Αντίρροπες δυνάμεις
Η δύναμη που με την πρώτη λιακάδα του Ιανουαρίου
σπρώχνει τ’ ανθάκι της αμυγδαλιάς
να ξεμυτίσει, βιαστικό κι ανυπεράσπιστο,
κι η δύναμη που συνετή το συγκρατεί,
μη με την πρώτη παγωνιά ξανά καεί,
μα να τη ζήσει λίγο, φέτος, αυτή την άνοιξη,

είναι η ίδια δύναμη που κάθε πρωί
με σπρώχνει ν’ αγγίξω, να φιλήσω, να ζυμώσω
το ζεστό σώμα σου στο πλάι μου, μα και με συγκρατεί,
να σ’ αφήσω, λέει, λίγο ακόμα να κοιμηθείς,
με το ένα χέρι σου ακουμπισμένο στο στήθος
ή στο ένα πλάι γυρισμένη και ξεσκέπαστη,

γυμνή, όπως μ’ αρέσει να σε κοιτάζω.


Billy Brandt- Nude, Baie des Anges, 1959



















Μεγάλη Παρασκευή, μικρά πράγματα
Τα ξύσματα του μολυβιού μες στο τασάκι,
μια πασχαλίτσα στην άσφαλτο,
τα λιγνά κεράκια στην εκκλησία,
το καραφάκι με το τσίπουρο,

δυο σπουργίτια που ισορροπούν πάνω στη μουσμουλιά,
εκείνο το σύννεφο που ΄μοιαζε με καράβι,
ένα σύντομο ποίημα του Ρίτσου,

η ελάχιστη στιγμή που έσκυψε
για να ισιώσει τη ραφή της κάλτσας της,
τα κουκούτσια της ελιάς σ’ ένα πιατάκι του καφέ,
δέκα λεπτά μεσημεριανός ύπνος στον καναπέ.

Όνειρο θερινής μεσημβρίας
Από μακριά έμοιαζε να ‘ναι
ένας συμπαγής τοίχος ψηλός,
μ’ από κοντά
μπορούσες να διακρίνεις
τη μικρή ρωγμή
που ο περσινός σεισμός
είχε ανοίξει στα πλευρά του.

Κόλλησα το μάτι μου και κοίταξα
από την άλλη μεριά
(όπως σ’ ένα ποίημα του Εγγονόπουλου).

Είδα ένα κορίτσι
να έχει ανοίξει τη ρόμπα που φορούσε-
πώς έλαμπαν στην ήλιο λευκά
τα στήθη και τα πόδια του.
Είδα ένα ξύλινο παγκάκι στη σκιά
κι ένα βιβλίο πάνω του,
μια βρύση που έσταζε
και γέμιζε έναν μεταλλικό κουβά
και μιαν ομπρέλα ανοιχτή
παρατημένη σε μιαν άκρη.

Στ’ αυτιά μου έφτανε η μουσική του Miles Davis
από το Ascenseur pour l’échafaud.

Εδώ θα μπορούσα να ζήσω,
πρόλαβα να σκεφτώ
πριν ξυπνήσω.



Βιογραφικό

Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Έχει οικογένεια, γράφει και διαβάζει πολύ, μαγειρεύει, μεταφράζει και φροντίζει τον σκύλο του. Έχει εκδώσει το πεζογράφημα «Μικρά Ικαρία» (εκδ. Ηλέκτρα, 2005) και ποιήματά του:  στον συλλογικό τόμο «Ελεύθερη πτήση, ελεύθερη πτώση» (εκδ. Οξύ, 2011),   «Γράμματα σε έναν πολύ νέο ποιητή» (εκδ. Πόλις, 2012),  «Μια λεπτομέρεια που κανείς δεν την παρατηρεί» (εκδ. Free Thinking Zone, 2013) και « Τι κοιτάζει στ’ αλήθεια ο ποιητής»  (εκδ. Πόλις, 2016).

..............................................................................

Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Γιάννης Γαβαλάς (από την ποιητική συλλογή «Η αγάπη είναι ο τρόμος (Ποιήματα 1997-2005)», Εκδόσεις Μελάνι,  2015, artpress

Το παρακάτω κείμενο είναι από την παρουσίαση του ποιητή από τον Κωσταντίνο Παπαγιάννη, τον Σεπτέμβριο του 2015 στο Καφέ Βιβλιοπωλείο ΚΑΦΚΑ.

Υποδοχή: Ο Γιάννης Γαβαλάς είναι ποιητής που αξίζει οπωσδήποτε την προσοχή μας. Ψηλαφεί και αναμοχλεύει το στοιχειωμένο κόσμο μας όπου το αίσθημα του παραλόγου είναι πλέον ασφυκτικό, χρόνους πολλούς μακριά από τα προσχήματα, τον εμπορικό εκδότη και τον καταξιωμένο κριτικό-τσιράκι. Ο Γιάννης Γαβαλάς δεν είναι όνομα πομπώδες και ηχηρό. Αντιθέτως μάλιστα δημιουργεί έναν ολοκληρωμένο ποιητικό κόσμο σχεδόν στη σιωπή, (και δεν είναι άλλωστε η ποίηση το να μιλά κάποιος με τη σιωπή;), οικοδομεί με υλικά τα σύμβολά του που είναι η Ιστορία, ο Θάνατος, το Σπίτι και ο Έρωτας, μακριά από την αγορά και τις δοσοληψίες της, σε πείσμα του στοιχειωμένου κόσμου μας ο ποιητής γράφει για να δημιουργήσει δικαιοσύνη, ή μια νοσταλγία για το ανύπαρκτο παρά για το κάποτε υπαρκτό. Οι φωνές των νεκρών  που έρχονται στην επιφάνεια μέσα από τη γραφή του συνθέτουν ευδιάκριτες εικόνες του παρελθόντος, συνθέτουν μία ολόκληρη χαμένη πατρίδα. Η ποίηση του Γιάννη Γαβαλά είναι ποίηση πολυδιάστατη που απαιτεί την προσοχή μας προκειμένου να μας μαγέψει και όχι απλώς να μας εντυπωσιάσει. Ασκεί κριτική στην ύπαρξη και δρα μεταφυσικά στο συναίσθημά μας· συχνά μάλιστα συνομιλεί με προγενέστερους ομότεχνους διδασκάλους. Η ποίησή του εκφράζει, μία έντονη ανάγκη· και  η κριτική όπως μας νουθετεί ο Rilke, «είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις ένα έργο τέχνης». Η ίδια η απέραντη μοναξιά του στίχου του, μεταρσιώνεται σε μέσον για την κατανόησή του· είτε έχει φόντο το καψαλισμένο Θριάσιο Πεδίο, που κρατά στα σπλάχνα του καλά κρυμμένες τις  μυστηριακές Θεές του, είτε την ευρύτερη συλλογικά μνήμη της γενιάς του.

Μουσική διάθεση:  Tom Petty – A Face In The Crowd

ΞΕΧΝΙΟΥΝΤΑΙ
Όπως λιώνεις πια δίχως αίμα
είναι το μελάνι που σου ταιριάζει
αφηρημένη λευκή και μόνη
τυλιγμένη στο σεντόνι της παντρειάς

Το δέρμα είναι τώρα
ύφασμα της ποδιάς σου
Έπεφτα πάνω του
να το γεμίσω παράπονα
και μ’απόδιωχνες
Νομίζεις δε θυμάμαι

Ξεχνιούνται και οι ζωντανοί
να ξέρεις ξεχνιούνται

Παράφορα σκύβουν και κοιτάζουν πίσω
Άσκοπα αμαρτήσαμε
άσκοπα αδικήσαμε
λένε πριν το τέλος

Στο νου τους η καταστροφή
το ξεπλυμένο αίμα
πάνω στο χώμα.

Yves Tanguy, “The Wish,” 1949, oil on canvas, 36 x 28 in. Whitney Museum of American Art, New York, NY



ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΣ

Έχω έναν φίλο στο καψαλισμένο Θριάσιο
μιλάω μαζί του στο αυτοκίνητο στο δρόμο
στα λεωφορεία στα περίπτερα μπροστά
βλέποντας τις ειδήσεις σχολιάζουμε
πηγαίνουμε βόλτες στο λιμάνι τρώμε
ψωμί με υδράργυρο ψάρι με μόλυβδο
αέρα με θειάφι αναπνέουμε
γάλα με αντιβιοτικό
κρασί με παραθείο πίνουμε
Κοιτάζουμε τις ανοιχτές τάφρους
Εκεί βρισκόταν κάποτε εκείνη
δε βλέπεις τα γκρεμίδια γύρω έλεγε
σκαμμένη γη και φτυαρισμένη στα άκρα
κόπηκαν δέντρα πέσανε βουνά
γέμισε το νερό σκουριά
σάλεψε η αγάπη και αφανίστηκε

Έχω έναν καψαλισμένο φίλο
τις νύχτες στα όνειρά μας
σαν άλλοτε τα κοπανάμε
φέρνουμε μπρος μας
τα μέρη του ξεριζωμού
τη Σαλαμίνα ένδοξη
τον κόλπο τον ερωτικό
αυτούς που ζουν ακόμα και
προσμένουνε
μιαν αλλαγή προς το καλό
ένα ψεύτικο και εντυπωσιακό φινάλε
εικόνες λύτρωσης
άγιους όμορφους και περιούσιους

Ζωγραφισμένος μες στις φλόγες ο φίλος μου
ιδανικός που πίστεψε
σε χάρτινες ιδέες
κοιτάζει την πεδιάδα και ορέγεται καινούριους κόσμους
Υπάρχει διαγράφοντας

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ

Η αγάπη στα βάθη είναι ο τρόμος
ελλοχεύοντας να αντικρίσεις
το γυάλινο καταπέλτη να ραγίζει
άπειροι βολβοί ματιών σιωπούν εκεί μέσα
καμία ρωγμή
καθόλου αίμα

Στις σκοτεινές σπιλιάδες
σώματα απείραχτα από αισθήσεις
σκιάχτρα τυλιγμένα στη γνώση
βυθίζονται ολονέν στα θεμέλια των νησιών
ταξιδεύοντας χωρίς τριβές
Όλο κολυμπώντας το χέρι
μη βρίσκοντας τρυφερή παρειά
απαλό δέρμα

Είναι η αγάπη που τελειώνει εδώ πέρα






Βιογραφικό
Ο Γιάννης Στ. Γαβαλάς γεννήθηκε το 1946 στην Ελευσίνα. Σπούδασε γεωπόνος και εργάστηκε στην Αγροτική Τράπεζα. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε περιοδικά και στο συλλογικό τόμο Εν Ελευσίνι (Ιερά Οδός, 1996), καθώς και τη συλλογή διηγημάτων Τα σύνεργα της γραφής (Ροδακιό, 2007). Ζει στη Μαγούλα Αττικής.

....................................................................................

Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος (από την ποιητική συλλογή «Μέ δίχτυ τόν ἂνεμο», Εκδόσεις Κίχλη,  2015,  artpress
Υποδοχή: Η συλλογή του Δημήτρη Δασκαλόπουλου «Μέ δίχτυ τόν ἂνεμο», απαρτίζεται από τρεις ενότητες: «ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ», «ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΕΣ» και «ΤΑΞΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΣΟΥ». Ποιήματα για τη μνήμη, την απώλεια, για τόπους φορτισμένους με ιστορία ως κληρονομική διαδοχή, ποιήματα-προσωπικές αφηγήσεις. Η ελάχιστη μνήμη που φυλάσσεται σε φωτογραφία-πορτραίτο «δίχως ἀφή καί σῶμα». Η κανονικότητα της απώλειας και η κανονικότητα της ροής. Τα πιο σπαραχτικά και μεταφυσικά γεγονότα (όπως η ανάσταση του Λάμεχ στο ποίημα «ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ (33 μ.Χ.)»), δεν είναι ικανά να αναιρέσουν τους αδυσώπητους νόμους της πραγματικότητας. Ο ποιητής δεν μετουσιώνει, δεν εξωραΐζει, δεν στέκεται πάνω από τον ρεαλισμό των εικόνων που ο ίδιος προβάλλει. Βγάζει όμως σπουδαία νοήματα αφού σ’ αυτή την τόσο προσεγμένη αφηγηματική διαύγεια, εισχωρούν στίχοι διαμάντια (Ἡ καμπύλη μέρα/ μέ νουθετεῖ κάθε πρωί/ μέ τό ἐφήμερο τοῦ σκότους «ΕΦΗΜΕΡΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ»). Οι ποιητικοί πρόγονοι του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ο Γιώργος Σεφέρης και ο Κ.Π. Καβάφης, εμφανίζονται διακριτικά στην «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ (1941 μ.Χ.)». Τοπογραφίες ιστορικές, αισθητικές. Σε κάθε τόπο και χρόνο ο ποιητής δίνει τόνο πάθους, ενώ η κίνηση «ἀνάμεσα στίς ἀστραπές» και η «θέση του στά καθημερινά», γεννά εντός μας τον αγωνιώδη ρυθμό της διαδρομής ή της αναδρομής από το απρόσιτο και υψηλό στο γήινο και απτό. Μην μας παραξενεύει η πορεία. Αυτή ταιριάζει στα Σύμβολα.

Μουσική διάθεση:  Agnes Obel - Fuel To Fire


(Από την ενότητα ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ)
ΣΤΙΓΜΗ

Δίπλα σέ μιάν ἒφηβη ἀνθισμένη ροδιά
φυλλομετροῦσε οἰκογενειακές φωτογραφίες.
Τόν σταμάτησε αὐτή ἡ ἂγνωστη μορφή
τῆς τέλεια ἐρωτικῆς γυναίκας
μέ τό μαῦρο χωρίς ἒλεος βλέμμα
πού τόν κοιτάζει
χωρίς νά κατεβάζει τά μάτια της
ἀγέννητη κι ἀγέραστη
δίχως ἁφή και σῶμα.
Λένε πώς ἒχασε σ’ ἒνα βράδυ δύο νήπια.
Σέ λίγο ἒσβησε κι ἡ  ἲδια
-ξεχείλισε, εἶπαν, ἡ χολή της-
καί πέθανε μιά μέρα τῆς ἂνοιξης
γύρω στά 1920.

Τά δέντρα παραδομένα στή σιωπή
ὁ ἀγέρας πηχτός τό τοπίο ἀκίνητο.
Μόνον τό πέρασμα τῆς σαύρας στήν ξερολιθιά
καί τό πέταγμα ἑνός πουλιοῦ
στόν ἀγέρα.

(Από την ενότητα ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΕΣ)
ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ (1941 μ.Χ.)

Κύματα στήν παραλία γλάροι
και ἀναμαλλιασμένοι φοίνικες.
Κένταυρος τό φθινόπωρο βιάζει τήν ἂνοιξη.
Ὃσο φτάνει τό μάτι ταξιδεύουν στά ρηχά
οἱ μορφές τους δίπλα στό κύμα:
ριγέ κοστούμια πρώιμες φαλάκρες,
ἀσημένια ρολόγια τῆς τσέπης-καί ξενιτιά.
Ὁ βυθός ἀφανέρωτος, σφραγισμένος
μέ κλειδαριές πού δέν ἀνοίγουν.
Τούς θυμᾶμαι νά σεργιανοῦν τή νύχτα
βλέποντας αὐτά πού δέν φαίνονταν-τόν πόθο τους.
Σκοτεινά παιχνίδια και μυρωδιά θανάτου
καθώς χάραζε τό αὒριο στίς ἀστραπές.
Καί  κεῖνος ὁ Γέρος ἂφαντος
καί παρών, ἀμίλητος και λαλίστατος
κυκλοφοροῦσε ἀνάμεσα στίς ἀστραπές
κι ὓστερα κατέβαινε ἀλώβητος καί χθόνιος
νά ξαναπάρει τη θέση του στά καθημερινά.


Arbre Mondrian-  trees in art



















(Από την ενότητα ΤΑΞΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΣΟΥ)
ΤΑ ΟΥΣΙΩΔΗ

Τά σεβάστηκε χρόνια ὁ καιρός
-τά οὐσιώδη:
τήν ἀμμουδιά τῆς θάλασσας τό δροσερό ἀεράκι
τό μαχαίρι πού  ἂφησε φεύγοντας
νύχτα μέ νέο φεγγάρι γιά τήν πατρίδα του
ὁ αἰχμάλωτος Paolo·
τίς παρτιτοῦρες τοῦ  πιάνου καταχωνιασμένες
στό βάθος τῆς ντουλάπας ἀνάμεσα
σέ μαῦρα γυναικεῖα φορέματα
καί κίτρινες οἰκογενειακές φωτογραφίες·
τό μπαλωμένο ἀπό τίς σφαῖρες πάτωμα
τή μουριά τό ἀγιόκλημα τό γιασεμί.

Πές μου, τί γύρευες στό ἐννιά κούπα
τό τέσσερα καρώ καί τό τρία πίκα.
Δέν ἢξερες πώς θά σέ θέριζαν τά σπαθιά;

Τώρα τά οὐσιώδη δέν ὑπάρχουν πιά.
Paolo, ὃπως καί τό μαχαίρι του, χάθηκε.
Ἐλάχιστα σώζονται: τό νέο φεγγάρι
πού δέν θά γίνει ποτέ πανσέληνος
ἡ αμμουδιά τῆς θάλασσας
τό δροσερό ἀεράκι.







Βιογραφικό
Γεννήθηκε το 1939 στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα. Από το 1962 ως τη συνταξιοδότησή του, το 1996, εργάστηκε ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα. Κατά το διάστημα 1984-1996 είχε αναλάβει την έκδοση του πολιτιστικού περιοδικού της Τράπεζας, "Εμείς", και την τελευταία δεκαπενταετία της υπηρεσίας του ήταν υπεύθυνος του Τομέα Εκδόσεων & Ιστορικού Αρχείου της Τράπεζας και διευθυντής Δημοσίων Σχέσεων. Το 2006 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει ποίηση, δοκίμια και μελέτες για θέματα νεοελληνικής λογοτεχνίας. Έχει επιμεληθεί εκδόσεις έργων του Σεφέρη και έχει συντάξει βιβλιογραφίες για τον Σεφέρη, τον Γ. Κ. Κατσίμπαλη, τον Σικελιανό, τον Ελύτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τη Νόρα Αναγνωστάκη, τον Κ. Π. Καβάφη και πολλούς άλλους. Επίσης, υπήρξε μόνιμος συνεργάτης του περιοδικού "Εντευκτήριο" , της εφημερίδας "Τα Νέα" ως βιβλιοκριτκός και επιφυλλιδογράφος, καθώς και τακτικός συνεργάτης της εγκυκλοπαίδειας "Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα". Είναι μέλος του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α), της Εταιρείας Συγγραφέων, της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού, της Εταιρείας Σπουδών Μωραΐτη. Χρημάτισε αναπληρωματικό μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας και κατά το διάστημα 2000-2004 υπήρξε αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Έχει λάβει μέρος στην επιτροπή απονομής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, καθώς και στην ανάλογη του περιοδικού "Διαβάζω". Το 1990 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην επιτροπή απονομής του ευρωπαϊκού αριστείου λογοτεχνίας (Δουβλίνο). Έχει προσκληθεί και συμμετάσχει σε πολυάριθμα συνέδρια, συμπόσια και ημερίδες. Το 2015 βραβεύθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

........................................................................

Στα ποιήματα της Κυριακής  η Ευτυχία Παναγιώτου (από την ποιητική συλλογή «Χορευτές», Εκδόσεις Κέδρος,  2014,   artpress

Υποδοχή: Στον παράξενο θίασο της Ευτυχίας Παναγιώτου, κοιτάζω και εγώ προς τον Εγγαστρίμυθο του εναρκτήριου ποιήματος της συλλογής. Οι άρτια λαξεμένοι στίχοι της, θαρρείς και έρχονται από κάποιο τοπίο πέραν της πραγματικότητας, στην πορεία όμως της ανάγνωσης κερδίζεται η εγγύτητα, αποκαλύπτεται το ενιαίο της ονειρικής ατμόσφαιρας που επιμένει να μην αναγνωρίζεται μόνο ως «Ετυμηγορία του Ύπνου», αλλά να βρίσκεται σε κάθε κίνηση του χρονικού σύμπαντος. Στο «Ζεϊμπέκικο του Κάτω Κόσμου» (τι τίτλος αλήθεια), ο χορευτής «ολόστροφος την ομορφιά ορίζει», θυμίζοντάς μας ότι η ομορφιά δεν υπάρχει a priori, αλλά δημιουργείται παντού και ιδίως στα βάθη του απόκοσμου. Οι «Χορευτές» της Ευτυχίας Παναγιώτου, έρχονται πολυποίκιλοι και πολύχρωμοι από κάθε πτυχή των μακρινών ορίων του ασυνείδητου. Χορογραφία παράξενη, κυκλική, φωτεινή μέσα στα επαναστατημένα κύματα του ύπνου (Εγώ εκοιμήθην, ο ύπνος εξηγέρθη), ανοίγει σαν τη βεντάλια των φτερών του παγονιού (Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού), φωτίζοντας με τους χρωματισμούς της μη επισκέψιμα ακόμη τοπία της συνειδητότητάς μας.

Μουσική διάθεση:  Vandaveer - Fistful Of Swoon

Η ετυμηγορία του ύπνου
Ο συριγμός μακρόσυρτος, θα τον ακούς,
από το φάρυγγα του διαδρόμου.
Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα·
τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν.
Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά και αλλόκοτα,
τις νευρικές σελίδες που γυρνούν,
τον παφλασμό των λερωμένων
υφασμάτων.

Κι αν κυματίζεις σε μάγων ραψωδίες,
στου ιδρωμένου σεντονιού τις κούρσες,
Πάλι άσωτος βρέθηκες· ο τόπος σ’ εμποδίζει,
και σε κυκλώνουν
ξένα αίματα αρχαία παλτά
οι συγγενείς λες και σε ξέρουν.
Στέκουν με χέρια καθαρά
πλάι στο μικρό σου φέρετρο.

Τρελαίνονται οι σειρήνες, κάνει η σφραγίδα σάλτο στο χαρτί,
η επιταγή αλλάζει χέρια
κι ένα κίτρινο γάντι ορθώνεται, δείχνει δεξιά.
Κοιτάζοντας τον Εγγαστρίμυθο
κάτι σκαμμένα πρόσωπα
τις σόλες σέρνουν
προς τη χαράδρα.

Ονόματα οχληρά ηχούν,
και τα κιτάπια,
με σύντομες- των άβουλων- κραυγές,
σφαλίζουν.
Άλλο δεν σφάδασε η νύχτα.
Τα ρούχα του φονιά θα ‘χουν πλυθεί.
Τόσο νερό κελάρυσε στις ίνες τους.
Τα γρανάζια έβηξαν και σώπασαν
ενώ ο αέρας, τακτικός και με τις φούριες του,
σηκώθηκε  να σφουγγαρίσει.

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

Και το πτώμα σου
-που σαλτάρισε, είπανε.

Γύρισε ξανά πλευρό.


Ζεϊμπέκικο του Κάτω Κόσμου
[Στης σημαίας τον πάτο ένας άντρας.
Σκυφτός και σκεφτικός, φουμάρει.
Σηκώνει το κεφάλι-σε κοιτάζει-σκύβει πάλι, και φουμάρει.]

Μάρμαρο, στίχο μελετώ
και το κορμί μου όλο πάει
με τον νέο
ρυθμό να κάμψει.
Ολόστροφος
την ομορφιά ορίζω· θα ΄χει χαλάσει
το αντηχείο του μυαλού.

Στην άσπρη φρεναπάτη των κινδυνευτών,
τα σίδερα της ηλικίας μου φρένιασαν,
θα πάρω μιαν ανηφοριά, θα πάρω μονοπάτια,
και ποιος γαμήλιος χορός.
Δοσοληψία αφηνιάζει
-δουλεμπορία των Ουρανών-
ποιο χαλινάρι.
Στα γόνατά της πέφτοντας,
να βρω τα σκαλοπάτια που παν’  στη Λευτεριά,
γλίστρησα σε ναρκοπέδιο αισθήματος.

Τραγούδι ολάνοιχτο, βορά παθών.
Άκου πως σκάβουν
τα μέσα [Αντιγόνη].

Κι αυτή η ανηφοριά
ας ήταν
του χρόνου η παγωνιά.

Μια πιρουέτα.

Στράτος Καλαφάτης από το project saga
















Λίγο πριν σηκωθείς
Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής·

στα γόνατα είχε πέσει.




Βιογραφικό


Η Ευτυχία Παναγιώτου (1980) γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνική φιλολογία στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, μεταφράζει ποίηση, αρθρογραφεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά και γερμανικά. Η ίδια έχει μεταφράσει τα "Ερωτικά ποίηματα" της Ανν Σέξτον, καθώς και ποιήματα της Ανν Κάρσον. Έγραψε τα βιβλία ποίησης "Μέγας κηπουρός" (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007) , "Μαύρη Μωραλίνα" (Κέδρος, 2010) και "Χορευτές" (2014). Ζει στην Αθήνα.

..................................................................


Στα ποιήματα της Κυριακής  η Ελένη Κοσμά (από την ποιητική συλλογή «Φιλιά στη γη», Εκδόσεις Πόλις,  2016,    artpress

Υποδοχή:  Μία ολιγοσέλιδη σύνθεση με  μόλις 14 ποιήματα, όσοι και οι στίχοι ενός σονέτου, αριθμημένα με λατινικούς χαρακτήρες. Στην πρώτη σελίδα μας υποδέχεται ο στίχος των «Ελεύθερων πολιορκημένων»  του Σολωμού «Επάψαν τα φιλιά στη γη... / Στα στήθια και στο πρόσωπο  στα χέρια και στα πόδια», απ’ όπου είναι δανεισμένος και ο  τίτλος του βιβλίου.  Στην αρχή του κάθε ποιήματος, εκτός από το έβδομο, προβάλλονται τα τρίστιχα χάι-κου της ποιήτριας, δέκα επτά συλλαβών,  ως προμετωπίδες ή τίτλοι, όλα υφασμένα με μία λυρική λεπτότητα που αφενός σε εισάγει στο υπόλοιπο του ποιήματος, αφετέρου σε κάνει να κοντοστέκεσαι απέναντι στην ακρίβεια του αυτονομημένου και συμπυκνωμένου νοήματος. Από το σύνολο των ποιημάτων τα τρία είναι στη μορφή σονέτου, που εντυπωσιάζουν με την μαστορική έμμετρη κατανομή τους. Ιδιαίτερα στέκομαι στο με αρ. II σονέτο, ένας μικρός ύμνος για την αίσθηση της  απώλειας  που θροΐζει, όπως θροΐζει ο αγέρας ανάμεσα από τα σολωμικά φύλλα με πνεύμα, μέσα  στην ερημιά της ύπαρξης.

Μουσική διάθεση:  Nocturno Opus N°2 - Frederic Chopin

ΙΙ.
Όσο κοιμάσαι,
τρεμοπαίζουν μέσα μου
τα βλέφαρά σου.
*
Σε είδα χθες, ήρθες σε όνειρο βαθύ
που κάτι θύμιζε από θάνατο και φως,
ήσουν μακριά κι ο άλλος σου εαυτός
με πήρε τρυφερά απ το χέρι· αυτή

η εικόνα έχει μέσα μου θαφτεί.
Σε άλλον ύπνο πέφτω ή σε πηγάδι
όμοια βαθύ· και σκοτεινό σαν χάδι-
αλλά έχουμε κι οι δύο πια χαθεί.

Στο σπίτι όπου ξυπνώ έχει στηθεί
παράσταση με σένα και με μένα·
και έχουνε οι ρόλοι αντιστραφεί:

εγώ κοιτάζω αλλού κι εσύ εμένα.
Αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων
που τους σπαράζει η ερημία των τόπων.

V.
Αναπαύονται
φιλιά στη γη των πουλιών·
και ένα γράμμα.
*
Άργησε ο ταχυδρόμος· τα γράμματά σου
αναπαύονται στον παράδεισο των πουλιών.

Πέφτουν φιλιά στη γη ανεπίδοτα και σου
δείχνουν ψηλά τη βασιλεία των ουρανών.

(κι όσο βαραίνουν τα φιλιά στην άδεια γη
-μετράω σκέλη, συλλαβές και οργή.)
 
Mikalojus Konstantinas Ciurlionis -Evening- 1907
















ΧΙ.
Άνθος κομμένο
και ύπνος· περίσσεψε
ένα ποίημα
*
Ο θάνατός τους είναι από τη ρίζα αργός.
Μέσα στην άκοπη υγρασία τους ακόμη

δυο σκυθρωποί πίσω απ’ τα μάτια ώμοι
σου τα προσφέρουν· και ο ανθός

απ’ το φιλί τους περισσεύει. Νέος καρπός,
υπόσχεση ευτυχίας που συλλαβίζει·

μα πιο βαθιά από τη ρίζα τους σαπίζει
ρίζα μισή και άκοπη· και ύπνος μισός.



Βιογραφικό:
Η Ελένη Κοσμά γεννήθηκε το 1984 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Συγκριτική Λογοτεχνία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει δημοσιεύσει άρθρα, δοκίμια και μεταφράσεις στα περιοδικά Αντί, Εντευκτήριο, Παλίμψηστον, Ποιητική, και στις εφημερίδες Αυγή και Εποχή.
Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Πιερ Πάολο Παζολίνι "Οι στάχτες του Γκράμσι" και έχει γράψει την εισαγωγή για αυτή την έκδοση (Οροπέδιο, 2016). Τα "Φιλιά στη γη" είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή από τις Εκδόσεις «Πόλις».


..............................................................
Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Γιώργος Αλισάνογλου (από την ποιητική συλλογή «Παιχνιδότοπος», Εκδόσεις Κίχλη,  2016,  artpress



Υποδοχή:  Ένας περίεργος «παιχνιδότοπος» καμωμένος από μνήμες πολέμου, από μνήμες νεκρών στην αιώνια αλληλεγγύη τους. Ο χρόνος σε τέσσερις ενότητες, όχι αποξενωμένες, αλλά συνδεδεμένες και αλληλεπιδρώμενες. Στο τέλος του τρίτου Επιγράμματος η ακολουθία των Πολέμων, των Μνημών και των Λαφύρων φτάνει στις εκβολές της Άνοιξης  και ο  «ἔρωτας  ἀπολιθώνει  πολέμους, ἡ ἀγωνία μας περιγελᾶ τά πάντα...Ἡ φωνή ἀρνεῖται νά πεθάνει». Οι συνεχείς γεννήσεις στο πρώτο ποίημα της συλλογής  (Πρίν, ἦταν πληγή), με το μοτίβο της συχνής επανάληψης, προβάλλουν το μέλλον διά της αέναης επιστροφής στην αρχετυπική κατάσταση της συνθήκης του ανθρώπου. Ο «Παιχνιδότοπος», παρά τη χωρική στατικότητα που θα μπορούσε ερμηνευτικά να προκύψει από την ίδια τη λέξη, δεν είναι παρά μία συνεχής πορεία  που συντελείται στα σχήματα της Ιστορίας. Τα λεκτικά μορφώματα της σύνθεσης με την έντονη εικονοποιῒα, τη σχεδόν θεατρικότητα των ποιημάτων που γίνεται αντιληπτή στην απαγγελία, κατατείνουν στην ανάδειξη των κυρίαρχων αντιφάσεων αυτής της πορείας.


Μουσική διάθεση:  (από τις προτιμήσεις του ίδιου του ποιητή, που έχει επιμεληθεί στο τέλος της συλλογής με τίτλο SOUNDTRACK) Alles wieder offen” / Einstürzende Neubauten, Alles wieder offen, 2007


(Από την ενότητα «ΠΟΛΕΜΟΣ»)

[Νά μπεῖς διασχίζοντας στό βλέμμα
καί νά τυφλωθεῖς]

Στό βρώμικο γρασίδι
σῶμα νεκρό
ἀπό καιρό ἀποσυνθεμένο
γκρίζα ἀνταύγεια
στ’ ἀνοιχτά του μάτια

κομμάτι σχεδόν τοῦ φυσικοῦ
τοπίου, τά ἄκρα του
ἑνώνονται μέ τίς
μακριές ρίζες τῶν δέντρων
ἀπό  τά γεννητικά του ὄργανα
φυτρώνει λουλούδι καστανό
στόμα στραμμένο στό χῶμα
κλωστίτσα μικρή ὑφαίνει τόν τελευταῖο ἦχο
ὁδηγεῖ τόν ἁπαλό στήν μέσα πλευρά τῆς γῆς,
στή γαλήνη
σπάργανα ὑπόγεια λιπαίνουν τῆς
δροσιᾶς τήν ὀδύνη

τό ἕνα μάτι ἀπό γυαλί, μάχης φυλαχτό
τό ἄλλο, ἡ ἔξοδος κινδύνου ἀπ’ τά ἐρείπια
τῆς  Εὐρώπης στήν ἀκτή
-ἐπέστρεφε καί παῖρνε με μητέρα-
ἀπό τό μάτι του περάσαμε ἀλώβητοι
τραῦμα στό τραῦμα μπουσουλᾶμε
στά γόνατα φυτρώνουν κρίνοι σκοτεινοί

πορευόμαστε μεταξύ τελειότητας και φθορᾶς
λές καί ὑπῆρξαμε/λές καί δέν ὑπῆρξαμε νεκροί
                                               τοῦ κόσμου τούτου



 [Παιχνιδότοπος]

Ἡ βροχή ἔφερε στάχτη
ἐπέστρεψε σάν πέπλο
τό γκρίζο παρελθόν
οἱ τάφοι χρόνια ἀνοιχτοί
ξεκοιλιασμένοι

μικρή ψυχή τερπνή περιπλανώμενη
ξένε καί συνοδοιπόρε τοῦ κορμιοῦ μου

νεκροί, κρατώντας τήν ἀνάσα
ὅλο συμπόνοια ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο
μοιράζονται προμήθειες
στό τελευταῖο σύνορο τοῦ χρόνου
ἀνταλάσσουν νέα, ἐφημερίδες στίς συγκεντρώσεις

οἱ ψυχές τους ἀναμαλλιασμένες στόν ἀέρα
καρφωμένες σημαῖες στά διστακτικά κόκαλα
ἀνεμίζουν καθώς βροντοῦν οἱ θύρες του παιχνιδότοπου

στό σιωπητήριο τη νύχτα
τά κόκκαλα ἐπιστρέφουν πίσω στίς σάρκες
οἱ προβολεῖς φωτίζουν τά ραμμένα κορμιά
τά κοράκια σκαρφαλώνουν στά
ἀστερωμένα μάρμαρα

οἱ νεκροί ἀγαπᾶνε τά ποιήματα
ντύνονται στρατιῶτες, ψάχνουν γιά γλώσσα
ἀνοίγουν τίς οθόνες τοῦ ουρανοῦ
συνωστίζονται στο χιονοκρύσταλλο

δύσκολα κυλᾶ ἡ κυκλοφορία
μέσα σέ τόσους πολέμους

 
Robert Storm Petersen, ” Interior with seated figure”
















(Από την ενότητα «ΛΑΦΥΡΑ»)

[Λάφυρο  Λήθης]

Διαμαντένιο χρυσόψαρο
κολυμπάει κάτω ἀπ’ τό δέρμα
σταματάει σέ κάθε
λέξη πού ἀρθρώνω
ἀλλάζει κατεύθυνση
σέ κάθε μικρή ἤ μεγάλη
σιωπή
μεταγγίζει  αἷμα
ἀπό καρδιά σέ καρδιά
ἀπό τή λέξη στή σιωπή
μεγαλώνει
ἐπικίνδυνα
ἔξω ἀπό ἑαυτό
συνεχῶς ξεχνάει τί εἶναι-σμαράγδι;
καί ποῦ βρίσκεται-λιβάδι;
ζεῖ σάν ἀνάπαυση  ἤ ἀπουσία
κι ὅλο ξεχνάει
τό φαιοπράσινο φῶς
τή σταχτιά σκιά
πού μεγαλώνει
στήν ἀκινησία τοῦ κροτάφου
ξεχνάει τήν ὑδροφορία τῶν ὠκεανῶν
πού ξεχύνονται μέσα του
ἀγωνιᾶ γιά περισσότερο χῶρο
στόν χῶρο μου
μέ ἀναγκάζει
νά ἀποδράσω ἀπό τή βαρύτητά μου
μέ ὠθεῖ
σέ σωματική συρρίκνωση
στίς θῆκες τῶν λαγόνων μου
τό ἀπατηλό του χρυσούργημα
θά εἰσβάλει σέ λίγο
στή σπηλιά τοῦ μυαλοῦ μου
μιά καινούργια χώρα
θά ἀνθίσει
θά λάμπω,
μά δέν θά θυμᾶμαι

θά παρασύρομαι ἀπό τό εἶδος
πέτρα
θά σέρνομαι ἀπό ἐσένα σέ σένα
νεφρίτης
ἀπό νύχτα σέ νύχτα
θά λάμπω
μά δέν θά θυμᾶμαι







Βιογραφικό
Ο Γιώργος Αλισάνογλου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Σπούδασε κοινωνιολογία. Από το Νοέμβριο του 2005 διατηρεί το βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις "Σαιξπηρικόν" στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: "Άηχες κραυγές", Κατσάνος, 2001, "Αφροδίτη", Κατσάνος, 2003, "Ακάνθινη πόλη", Κατσάνος, 2006, "Το παντζάρι και ο διάβολος", Τυπωθήτω (σειρά: "Λάλον ύδωρ"), 2008, "Jesu Christiana", Μαγικό Κουτί & Fata Morgana, 2011 και συμμετείχε με ποίησή του στον τόμο "Συνέδριο αναισθησιολογίας", Σαιξπηρικόν, 2008, μαζί με τον Νίκο Αργυρόπουλο και την Ασημίνα Χασάνδρα. Ο «Παιχνιδότοπος» είναι η τελευταία του ποιητική συλλογή, από τις εκδόσεις «ΚΙΧΛΗ» .

.....................................................................................
Στα ποιήματα της Κυριακής  ο Δημήτρης Αγγελής (από την ποιητική συλλογή «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου», Εκδόσεις Πόλις,  2015,  artpress

Υποδοχή: Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγγελή αποτελείται από άτιτλα ποιήματα, αριθμημένα από το 1 έως το 33. Στα «Περιεχόμενα» ωστόσο το κάθε ένα τιτλοφορείται από τις τρεις-τέσσερις πρώτες λέξεις του πρώτου στίχου, δεικνύοντας  την αυτονομία του κάθε ποιήματος. Συλλογή με πλούσια νοήματα, μεταλογικά. Δομημένος και δουλεμένος υπερρεαλιστικός λόγος που λειτουργεί ως απελευθερωτικός των δεσμών της φαντασίας. Ανακατεύει τον χρόνο και φέρνει τις μνήμες του κόσμου των παραμυθιών, χωρίς να διαταράσσει την ισχύ της πραγματικότητας. Υπαινίσσεται διαρκώς τις αντιφάσεις, τις αγωνίες και τα αδιέξοδά της. «Γρατζούνισε τόν τοῖχο μέ τά βρύα, ἀγουροξυπνημένο παιδί -Ζῆσε τόν Κῆπο σου». Η υπερρεαλιστική γραφή του ποιητή, με έντονα τα στοιχεία του συμβολισμού, θεωρώ ότι είναι το μέσο μετάδοσης φιλοσοφικού στοχασμού, μεταφυσικής αγωνίας. Αγωνίας που συμπυκνώνεται στην ιστορία του ασώτου στο τελευταίο ποίημα 33, με τη συγκλονιστική ερώτηση «Ἀλλά ἐσύ, Χριστέ, στ’ ἀλήθεια ἔλειπες;». Ερώτημα συνυπάρχον με κάθε απάντησή του.

Μουσική διάθεση: Fionna Apple,   «Dull Tool»


9.
Κορίτσι ἄγουρο  ἡ πόλη μου σήμερα
Φοβισμένη, μέ λερό φουστανάκι
κάθεται στά σκαλιά τῆς πολυκατοικίας της
ἁπλώνει τό χέρι στούς περαστικούς
μαζεύει σπασμένα δόντια
ρίχνει χάπια στο πεζοδρόμιο, φωνάζει
πούλ-πούλ στά περιστέρια νά μαζευτοῦν
κι ὅταν δέν τήν κοιτάζουν τούς βγάζει τή γλώσσα.

Κορίτσι ἄγουρο ἡ πόλη  μου σήμερα
σημαία ἑνός κόκκινου πείσματος τό λερό της φουστάνι
ἀγκαλιάζει τά γδαρμένα της γόνατα, σουφρώνει τά χείλη
ἀποκεφαλίζει πεταλοῦδες, καίει κάδους σκουπιδιῶν
μέ τά λάφυρα τῆς λεηλασίας της φτιάχνει
ἕνα καινούριο περιδέραιο
ἔρχεται ἡ μάνα της τήν ἁρπάζει ἀπ’ τ’ αὐτί
ἀρνεῖται τή μάνα της
ἀρνεῖται νά μεγαλώσει
ποτέ δέν μιλάει

κάθε ἀπόγευμα παίζει μουσική
μ’ ἕνα κουτάλι μετρώντας τούς ρόμβους
τοῦ συρματοπλέγματος.

Agustin Vaquero (collage)  Landscape



15.
Νά γράψω ἕνα ποίημα γιά τή σιωπηλή Κυριακή πού νά λέει τούς λύκους
λύκους καί τούς φονιάδες φονιάδες
Νά βγῶ στόν ἀκάλυπτο καί νά φωνάξω ὄχι σάν κάτι νά μέ πνίγει
Νά διαβάσω Γιόζεφ Ρότ, νά ξαναθυμηθῶ τόν μεσοπόλεμο τοῦ Λεοντάρη
Νά χορέψω μέ τό Riders on the storm στό πικάπ σά νά ἐπίκειται πάλι τό
τέλος
Νά εἶσαι ἐσύ τό τέλος μου, νά εἶμαι ὁ δικός σου μεσοπόλεμος
Νά βγῶ ἀπ’ τό σπίτι, νά βγῶ ἐπιτέλους ἀπό τόν ἑαυτό μου
Ν’ ἀγοράσω ἐφημερίδα, νά δῶ τούς συνταξιούχους πού παίζουν σκάκι στά
παγκάκια τῆς προκυμαίας
Νά φανταστῶ ἕναν βυζαντινό ἄγγελο νά κατεβαίνει στά νερά ψιθυρίζοντας
ἀκατάληπτες λέξεις
Νά περάσω ἀπ’ τό καφενεῖο πού συζητᾶνε πολιτική καί ποδόσφαιρο
Νά τηλεφωνήσω στόν ἠλεκτρολόγο
Νά τηλεφωνήσω στόν Χωρομέτρη
Νά ζητήσω ζάχαρη ἀπ’ τόν γείτονα
Νά μήν εἶναι σιωπηλή ἡ Κυριακή, νά μή γράφω ποιήματα.



33.
Αὐγερινέ, πρῶτο φῶς τῆς ἄγουρης μέρας
καλωσόρισες τόν ἄσωτο πού γύριζε ἀπό τή νύχτα του,
πρόσταξες νά διαγραφοῦν τά συσσωρευμένα του χρέη, τόν ἔντυσες
ἀρραβωνιαστικό σου καί πρίγκιπα

ἤπιες πατρίδα στό χιόνι τῆς ἐξορίας του, ἔφαγες
στό ψαχνό τῶν ματιῶν του τοπία σισύφειων βράχων

κι΄ ἔσφαξες τό καλό μοσχάρι γιά νά διασκεδάσεις τή
μοναξιά του
πού σάν ὀρθάνοιχτος καταπιόνας περίμενε ἀνυπόμονα
τή σειρά σου.

Ἀνείπωτη εὐτυχία. Ἀλλά ἐσύ, Χριστέ,
στ’ ἀλήθεια
ἔλειπες;

(Κι’ ὅμως ἐγώ ἤθελα μόνο νά μιλήσω
γιά τή Μαρία.)


Βιογραφικό:
Ο Δημήτρης Αγγελής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Είναι ποιητής και δοκιμιογράφος, διευθυντής του περιοδικού Φρέαρ και διδάκτωρ φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μελέτες και διηγήματα. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών για την ποιητική του συλλογή Επέτειος, που κυκλοφορεί στα ισπανικά, σε μετάφραση της Virginia Lopez Recio.

................................................

Στα ποιήματα της Κυριακής, η Μαρία Θ. Αρχιμανδρίτη (από την ποιητική συλλογή «Η μοναξιά της καμπύλης», Εκδόσεις Κέδρος,  2015, artpress

Υποδοχή: Σημεία γεωμετρικά, σημεία στίξης, σημεία των καιρών, όλα κατατείνουν στην απόδοση ενός νοήματος. Ξεχωριστά τα ίδια στο σύμπαν των συμβόλων, οριοθετούν την ανθρώπινη μοναξιά ή την ανθρώπινη ιδιαιτερότητα. «Πόση στωικότητα να κρύβει μία παρ’  ολίγον τέλεια τελεία/ εθισμένη σε ορθές γωνίες». Η αντίφαση του σημείου, ατελές το ίδιο και προσωρινό, δουλεύει πάντα για ένα νόημα που διεκδικεί την καθολικότητά του. Υπέροχοι στίχοι όπως «χαϊδεύω τους ομόκεντρούς σου κύκλους και μετρώ κορμιά», εξαπολύουν τις δυνατότητες αντίληψης του εγώ πέρα από ορόσημα. Σε χώρους φτιαγμένους από ανάσες, κενούς, η προσπάθεια οριοθέτησης φαίνεται μάταιη.  Το αίτημα της ελευθερίας μπορεί να είναι καθολικό, η απολυτότητα όμως τρομάζει. Η ύπαρξη χρειάζεται έστω την αντανάκλασή της, ως μία ταυτότητα του είδους.


Μουσική διάθεση: Ludovico Einaudi – Oltremare

Η μοναξιά της καμπύλης

Μου αρέσει να μου αφηγείσαι
εκείνη την ιστορία για την ευθεία
που πέθανε μονάχη.
Την ιστορία που ευθεία γεννήθηκε
και στο ηλιοβασίλεμα λύγισε από το θάμβος.
Πες μου όπως εσύ ξέρεις για την κάμψη που
ο χρόνος φέρνει μαζί με τον πόνο.
Πες μου με μάτια που κυλούν από τις κόγχες
πώς εκείνη η ευθεία έμαθε να αγκαλιάζει
ό, τι κραυγάζει.
Πώς το βλέμμα αυτού του κόσμου αρνήθηκε
και καθρέφτη αναζήτησε.
Δεν ψυχορραγούν όλα σε κύκλους, λες.
Μίλα μου λοιπόν
για τη μοναξιά της καμπύλης.


Αποστροφή

Αυτός ο ρόγχος στο λαρύγγι
σαν θηλιά
τη φράση σπάει.
Στο κενό η σκέψη
αυτοκτονεί.
Την ανάσα σταματά
πάντα
στο σίγμα που
δεν είναι τελικό.
Σαν γάντζος
σε τραβά μακριά
από το ρήμα.
Μακριά από το
«αγαπώ».

Katherine Ginter   Vinyl photo collage

Κοινόχρηστος χώρος

Θα πλέξω τις ανάσες σου
σε συρματόπλεγμα.
Κι ας ματώσουν τα χέρια μου.
Είναι εκείνος ο χώρος
ο ευθυτενής.
Αυτός που ζήτησες να είναι κενός
για να απλώνεις τα χαρτιά σου.
Θα τον περιφράξω.
Κι ας ματώσουν τα χέρια μου
από τα αιχμηρά σου βλέμματα.
Άγρυπνη εργάτρια μέλισσα
θα περισυλλέξω τη σιωπή.
Φυγάδες οι καιροί.
Κουραστήκαν τα χέρια μου
να πλέκω αγκαθωτούς σταυρούς
γύρω μου.
Στο κενό ποιος καθρεφτίζεται;
Άδειος ο χώρος
μέσα μου
χωρίς γυαλικά και μπιμπελό
χωρίς την αντανάκλασή σου.



Βιογραφικό:
Η Μαρία Θ. Αρχιμανδρίτη γεννήθηκε το 1981. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε μάρκετινγκ και εξειδικεύθηκε στις βαλκανικές σπουδές. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει συμμετάσχει σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ ποίησης. «Η μοναξιά της καμπύλης» είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή και περιλαμβάνεται στο  βραχύ κατάλογο  πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών για το «Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη» της Εταιρείας Συγγραφέων.


.................................................................
Στα ποιήματα της Κυριακής, η Μαρία Λαϊνά (από την ποιητική συλλογή «Ρόδινος Φόβος», Εκδόσεις Στιγμή 1992 και 1994, Καστανιώτη  2002,  artpress


Υποδοχή:  Στα «Σημεία στίξεως» η ποιήτρια γράφει πως η ποίηση κυρίως δυναμώνει τον ήχο της σιωπής. Στο «Ρόδινο Φόβο» αυτή η σιωπή ως εσωστρεφής διάθεση, προσκαλεί σε μία ατελείωτη συζήτηση με φανερές και μη πλευρές του  κόσμου,  προκρίνοντας τη στάση «ο φόβος μη σε παραλύσει». Η πραγματικότητα βλέπεται και από την άλλη πλευρά, εκεί που συνεχίζει ν’ αστράφτει ο άνθρωπος. Η φθορά, η θνητότητα φοβίζει. Ο θάνατος ως μνήμη, ο θάνατος ως γεγονός, μία συντέλεση σε άλλο τόπο. Κυριαρχεί ως αγωνία ερωτική η προσέγγιση αυτού του τόπου με όλες μας τις αισθήσεις, το παράδοξο ν’ αγγίξουμε ό, τι βρίσκεται μετά την ύπαρξη. Το παράδοξο ακόμη και να το ζήσουμε. Ποίηση λιτή και εκλεπτυσμένη, με λεπτή φαντασία και αφαίρεση.


Μουσική διάθεση: Anne Brun, These Days


[Καπνός]

Και στράφηκα εγώ
γιατί υπήρχε κίνδυνος να εξαφανιστεί
και είχα δώσει την καρδιά μου για το κρατήσω.
Και είδα, και να!
τον ψίθυρο μιας ομορφιάς όπως θα βγαίνει από το χώμα
ή από τα νερά, και τα νερά στο χώμα
ή από τον ύπνο στον αέρα και απ’ τον αέρα πουθενά
-υπάρχει όνειρο που δεν θα αποκοιμηθεί στο λίχνισμα του
       πρωινού;
κάτι που όταν το ξυπνήσουμε να είναι εκεί;
η άκρη από το βαθύ του ρούχο έστω, τ’ ασημένια του
       πασούμια
το πέρασμά του, αν δεν θέλει να σταθεί;

Α, τι λύπη, τι λύπη
τι λύπη μεγάλη.
Θα πάμε στους νεκρούς χωρίς ν’ αγγίξουμε
Τον έρωτά τους.

Claire Seidl  Dock


[Η αφήγηση]

Είμαι ο Έρικ Σέλτον, φαροφύλακας
παρακολούθησα από κοντά τα γεγονότα
γιατί στα χρόνια μου έπρεπε να κοιτάζεις.
Στάθηκα μπρος λοιπόν και κοίταξα
παρόλο που για ώρες πριν ένιωθα μόνος
στάθηκα και τα είδα όλα
σχεδόν με κάποια ευχαρίστηση
ελπίζω να με συγχωρέσει ο Θεός.

Ήτανε καλοκαίρι απ' τη μία όχθη ως την άλλη
το λέω αυτό αν και δεν έχουν σημασία πια οι εποχές
έτσι γιατί πιστεύω ότι κάποιος κάποτε θα θυμηθεί
πώς είναι να διψούν οι κήποι και τα σώματα
ή πώς μπορεί ν' απλώσει το βουνό τις παπαρούνες
άστατες και πιο κόκκινες εντέλει
απ' την κοιλιά της όμορφης γυναίκας.

Ήτανε καλοκαίρι, ναι
έλειπε και το χνούδι και η θλίψη
κι εγώ ήμουν ο Έρικ Σέλτον, φαροφύλακας στο Νόρθερν Εντ
που κοίταζε και είδε τη σιωπή στον ουρανό
τα πλαδαρά σαρκώδη χείλη, τα βολβώδη μάτια
το χόρτο το χλωρό να καίγεται
κι ότι καιρός δεν ήταν πια.



Βιογραφικό:
Η Μαρία Λαϊνά γεννήθηκε στην Πάτρα το 1947. Απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε σε διάφορες δουλειές, σε σχέση πάντα με την τέχνη (μετάφραση δοκιμίων και λογοτεχνίας, επιμέλεια εικαστικών, φιλοσοφικών και λογοτεχνικών βιβλίων, εκπομπές και σενάρια στην κρατική ραδιοφωνία – τηλεόραση, διδασκαλία ελληνικής γλώσσας και ποίησης σε αγγλόφωνα κολέγια, διδασκαλία μετάφρασης, δημοσιογραφία σε λογοτεχνικά ένθετα εφημερίδων). Το έργο της περιλαμβάνει εννιά ποιητικές συλλογές: Ενηλικίωση, Αθήνα 1968,Επέκεινα, Κέδρος 1970, Αλλαγή τοπίου, Κέδρος 1972, Σημεία στίξεως, Κέδρος 1979,Δικό της, Κείμενα 1985, Ρόδινος φόβος, Στιγμή 1992, Εδώ, Καστανιώτης 2003, Ο κήπος -όχι εγώ, Καστανιώτης 2005, Μικτή τεχνική, Εκδόσεις Πατάκη 2012. Εκτός από ποίηση, περιλαμβάνει και έντεκα θεατρικά, πέντε πεζογραφήματα, τρεις κριτικές και μελετήματα, σύνταξη ανθολογίας ξένης ποίησης του 20ου αιώνα (επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις). Έργα της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά, σουηδικά, φιλανδικά, βουλγαρικά, εβραϊκά κ.ά). Έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1993) για την ποιητική συλλογή «Ρόδινος Φόβος»,  το Βραβείο Καβάφη (1996), το Βραβείο Μαρία Κάλλας του Γ΄ Προγράμματος της ΕΡΤ (1998). Το 2014 της απονεμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη. Η μετάφραση της ποιητικής της συλλογής Ρόδινος Φόβος στα γερμανικά από τον Dadie Σιδέρη – Speck απέσπασε το βραβείο της πόλης του Μονάχου. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. 


......................................................................
Στα ποιήματα της Κυριακής, ο Νίκος Ερηνάκης (από την ποιητική συλλογή «Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά», Εκδόσεις Γαβριηλίδης,  2013,  artpress

Υποδοχή: Ποιήματα για το αέναο της ύπαρξης  που από τα βάθη του παρελθόντος   αντηχεί στο μέλλον. «Το μέλλον είναι η μόνη μυθική εποχή», ωστόσο  ο ποιητής το απογυμνώνει τρυφερά από την ιερότητα των αρχαϊκών μύθων/συμβόλων («τόσους θεούς εφηύραμε πού θα πάει θα βρούμε και τον έναν»). Η νέα εποχή, ο θάνατος, ο έρωτας, οι κύκλοι της ζωής, θαρρείς ότι ανήκουν ή αναμένονται κάπου αλλού από την μοντέρνα εκδοχή της πραγματικότητας («Γεννάμε λέξεις….αναζητώντας την πραγματικότητα που θα εκφράσει το όνειρο»)· αντιστροφή στη θέαση, αναζήτηση της γραφής για την προσδοκώμενη ανανέωση και  το ανθρώπινο στοιχείο στυφό, ερωτικό, αντιφατικό, ίσως κάπου απελπισμένο, πάντα ωστόσο έτοιμο να χαράξει το πορτραίτο του ακόμη και στην αφάνεια.

Μουσική διάθεση: Einstürzende Neubauten - Kollaps



Από την ενότητα «θέλω να σε φιλήσω εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος»
ΙΙ.

Ενθουσιασμένη σε ανακάλυψα
Ανάμεσα σε ψυχές νεκρών να παιχνιδίζουν γύρω σου

Κι ένιωσα τη γλώσσα σου στο αίμα μου

Όλοι μιλούσαν γι’ αυτό το πλεονέκτημα
                                                      που θα μου αποκαλύψεις

Πες μου λοιπόν από πού βγαίνουν τόσοι νεκροί

Δεν είναι συναίσθημα η μελαγχολία μικρή
Είναι τρόπος να υπάρχεις

Όπως όταν ξεκουράζεις το πρόσωπο στα γόνατά σου
Και κοιτάς έξω σαν να ακούς το κύμα
Από εκείνη τη θάλασσα που απαρνηθήκαμε

Και αν πάλι βρίσκεις ερωτεύσιμες τις πλάνες
Πόσο λες να μας πονέσει η ελπίδα

Αν πρέπει να ταχτώ
Θα ταχτώ στη φαντασία

Εδώ που είμαι βρέχει
Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη στη φωτογραφία

Φέρεις την Κίνηση
Τη μανία του Πανικού

Μα τον εξεγερμένο έρωτά μας
Απειλεί η αγάπη ακόμα

Δεν ξέρουμε να λέμε σ’ αγαπώ
Χωρίς αλάτι στα χείλη

Θα ζήσουμε ανάμεσα σε δύο καθρέφτες

Τι έχει πάει τόσο λάθος μαζί σου
Για να μου αρέσεις τόσο πολύ

Θέλω να σε φιλήσω
Εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος


 
Aaron Siskind-San Luis Potosi 1961

Από την ενότητα «η λάμψη θα μας συναντήσει όπως χορεύεις την κραυγή»
ΙΙΙ.

Μακριά από πέπλα

Δεν έχει γωνίες πια η αγάπη μας·
Εξημερώθηκε

Ακούς άραγε τη μυρωδιά
Μια ελευθερία πιο ελεύθερη μας αναζητάει

Ένας αντίλαλος
Μόνο πατρίδες υπάρχουν εδώ

Δεν είναι τα πράγματα που πρέπει να αλλάξουν
Αλλά ο χώρος ανάμεσά τους

Μοιχευτήκαμε
Για όσα σχεδόν θα ζήσουμε
Παρεκτραπήκαμε
Προς το μοναδικό νήμα

Μέχρι η ελευθερία να μας ικετέψει

Για όσα σπαθιά δεν κρατήσαμε
Για τη θλίψη του θαύματος

Όπως φιλιούνται οι εχθροί
Όπως αναβλύζουν τα μάτια σου μέσα από ό,τι αντικρίζω

Ο κόσμος μια μέρα θα διαλυθεί·
Όχι από εμάς αλλά για εμάς

Και υπέροχη όπως είσαι
Άβατη και εφήμερη

Πέφτοντας προς τον ουρανό
Εκείνη τη μέρα μαζί σου θα σμίξω

Δεν είναι παιχνίδι πια

Σκέφτομαι στον άνεμο
Στους ψιθύρους που ερεθίζουν

Πόσα λουλούδια έγειραν

Χωρίς εσένα θάνατε όλα θα αναβάλλονταν

Τόσες θυσίες για ένα μαζί
Μόνο μέσα από τους τάφους ξέρεις να έρχεσαι άνοιξη.


 Βιογραφικό:

Ο Νίκος Ερηνάκης (Αθήνα 1988) έχει σπουδάσει οικονομικά (ΟΠΑ), φιλοσοφία και συγκριτική λογοτεχνία (Warwick) και φιλοσοφία κοινωνικών επιστημών (LSE). Το 2009 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου» (Ροές). Το 2011 εκδόθηκε σε μετάφρασή του μια επιλογή ποιημάτων του Γκέοργκ Τράκλ και σχετικών κειμένων του Μάρτιν Χάιντεγκερ με τίτλο «Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς» (Γαβριηλίδης). Η δεύτερη ποιητική συλλογή του «Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά» κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόσφατα ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Τhe Openness of Self-Constitution: Creativity, Authenticity, and Autonomy» (Πανεπιστήμια του Λονδίνου και της Οξφόρδης, 2015).

...........................................................

Στα ποιήματα της Κυριακής, η Μαίρη Κλιγκάτση (από την ποιητική συλλογή  «Πλευρικά», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, artpress
Υποδοχή: Με ήρωες τους αρχέγονους μυστήριους προπάτορες Αδάμ, Εύα και τα  σύμβολα των αρχών μας, μήλο, πειρασμός, φίδι,  συνθέτει ένα πορτραίτο ύπαρξης. Μία εξερεύνηση στην ουσία του ανθρώπου, των καταγωγικών του ρόλων και των αμφισβητήσεών του «Δεν ξέρω πως με λένε. Ούτε πως θα μπορούσε. Εκπαιδεύομαι χρόνια στις αναπαραστάσεις: η Εύα ως φλεγόμενη βάτος· η Εύα ως μήτρα συσπώμενη· η Εύα ως φύλο διαβρωμένο από τη ροή του κόλπου.». Το τοπίο της Γενέσεως, είναι ο τρόπος και η έμπνευση· το ζητούμενο όμως είναι η πρόσκληση σε στοχασμό για τα νοήματα που συνθέτουν οι λέξεις και ο τόπος που γεννιούνται, ωριμάζουν και τελικώς μας χαρακτηρίζουν. Στο [ψυχρά κατεργάσου] το πρώτο ποίημα της συλλογής, μας αποκαλύπτει τη δύναμη της λέξης (το άχρονα τέλειο είναι η λέξη) και στο τελευταίο ποίημα [ρίζα του Ιεσσαί] επανέρχεται με το συγκλονιστικό χωρίο «κάθε ιστορία πρέπει στο τέλος να κρατά έναν όμηρο, αυτόν τον όμηρο που έπειτα από χρόνια θα βρει την ρίζα την πανάρχαια μες στο δικό του ιερό και θα την ξαναπεί την ιστορία όπως την άκουσε, όπως την έζησε ή όπως την φαντάστηκε-ακούς Αδάμ;»
Αυτή η απευθυντέα στον Αδάμ φωνή, μου υπενθύμισε τη δύναμη των συμβόλων, την αγωνία να σχετιζόμαστε με του Ιεσσαί το λώρο, την επαναφορά του αινίγματος της ύπαρξης, μετά από κάθε λύση του που νομίζουμε ότι πετυχαίνουμε.

[το μήλο του Αδάμ]

Σε κάθε γιο που γένναγε χάριζε κι από ‘να ασημένιο μήλο. Του το κρεμούσε με λεπτή κλωστή απ’ το λαιμό. Κι έπειτα εξηγούσε:
Να η φωνή σου, και νά η διαφορά μας και νά η απόσταση που μας χωρίζει, αλλά για στάσου λίγο εκεί, λίγο στο δέντρο αυτό ακούμπησε να σας τραβήξω μια φωτογραφία.
Νόμιζε η Γυναίκα πως αυτό εκεί το φίδι, αυτό που πάντρεψε Άντρα και πειρασμό, αυτό θα γιάνει και το σπλάχνο της.
            Κι έπειτα χτύπαε την κοιλιά, άλλον γιο να μη γεννήσει. Άλλη αμαρτία να μη δει, αφού οι παλιοί ξέρουν καλά και λένε πως το μήλο κάτω από τη μηλιά του πάντα πέφτει
                                                                                    

Francesca Woodman untitled (Rome, Italy)


[αστική υπόθεση]

Η πόλη αυτή δεν μοιάζει με καμία άλλη. Την  κατοικούν άντρες και γυναίκες που υποστηρίζουν πως θυμούνται το όνομά της. Και το δικό τους. Κήποι γλείφουν τους δρόμους της φυτεμένοι κυπαρίσσια,  ελιές και νεράντζια: όλα λουσμένα χημικά και τάχα γυαλισμένα. Κανείς από τους παροικούντες δεν μπαίνει στον κόπο να κοιτάξει έστω και κάτι από αυτά, κάπως να ζωντανέψει η μακρινή εκείνη Εδέμ.
                 Απ’ τα πλευρά τους όλοι κάθε στιγμή νερό ξερνάνε σαν κακοποτισμένες γλάστρες.
                 Φρέσκιοι νεκροί.


[εργόχειρο]

Κανέναν λόγο που τον ξέρεις ήδη δεν θέλω να σου πω
Καμία σιωπή· μήτε αμήν συλλαβισμένο από χιλιάδες
αγγέλων και μυριάδες αρχαγγέλων τη φωνή
Θέλω να πω απλώς και να το καταλάβεις
Να γίνεις λίγο ανθρώπινος και πάσχων
Να πω αυτό που πουθενά δεν φτάνει
Μόνο που μπλέκεται σε ράσα και περβάζια ουρανίων

Μάθε πως χρόνια ετοιμάστηκα γι’ αυτό που τώρα δα
συμβαίνει
Γι’ αυτό χρόνια τα πάθαινα τα ίδια πάθη
Βράχια και μάγια και κυνηγητά, φυλάξου το φιλί και
τρόμος το αντίο
Αιώνες τώρα εγώ η ίδια σου, πελεκημένη Εύα,
Εγώ οι όλες
Εγώ οι νεκρές
Εγώ οι αναστημένες
Οι επιθανάτιες πάλι
Φωνάζουμε και σκούμε:

«Μπέρδεψα τις κλωστές σου στο εργόχειρο, Κύριε
Νόμιζα θάλασσα τα βράχια
Απελθέτω απ’ εμού το σκοτάδι τούτο
Ζήσε με· με δόξα και ντροπή και μνήμη
Τώρα μ’ ακούς που κλαίω;
Τώρα καταλαβαίνεις τι δύσκολη μετάνοια είναι
Της ίδιας προσευχής τα λόγια κάθε βράδυ;»

Λες να μην ξέρω πως δεν πρόκειται να επέμβεις; Σε ποιο παιδί αρέσει να του λένε οι γονείς του τι να κάνει πρέπει; Όμως αυτό το αυτεξούσιο, κουράζει, Κύριε. Χρειάζεσαι πού και πού ένα χέρι μες στο σκοτάδι· ένα μόνο χέρι να σου μάθει χρειάζεται πως χέρια πολλά δεν οδηγούν στο Ιερό σου.




Βιογραφικό:Η Μαίρη Κλιγκάτση (Φλώρινα, 1985) είναι διπλωματούχος Μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης, τελειόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Το 2011 ίδρυσε το ηλεκτρονικό πολιτιστικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine,  ενώ από το Μάιο του 2015 διευθύνει τη λογοτεχνική πλατφόρμα litart.gr. Τα Πλευρικά είναι το πρώτο της βιβλίο. Ζει πια στη Θεσσαλονίκη. Η Μαίρη Κλιγκάτση είναι υποψήφια στην κατηγορία «Πρωτοεμφανιζόμενοι στην ποίηση» των λογοτεχνικών βραβείων του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο  Ο Αναγνώστης.

...................................................................
Στα ποιήματα της Κυριακής, η Βάγια Κάλφα (από την ποιητική συλλογή ΛΗΘΟΣΤΡΩΤΟ, artpress
Τα ποιήματα της Βάγιας Κάλφα τ’ αγγίζεις με τα δάχτυλα. Μπορείς ν’ αναμετρηθείς μαζί τους. Δεν σου απαγορεύουν την επαφή. Η αμεσότητα αυτή δίνεται με μία σειρά από σχήματα, ώστε να μην ξεπέφτουν σε επικαιρικά χρονογραφήματα. Εκφραστική ελλειπτικότητα, λιτή θεατρικότητα, στρωτή γλώσσα,  λεπτή ειρωνεία, είναι οι τρόποι   που πλαισιώνουν τις απώλειες, τα λοξά βλέμματα, την ίδια τη σιωπή. Στο Ληθόστρωτο, τη δεύτερη ποιητική συλλογή της, περιέχονται μικρές ιστορίες αγώνων απέναντι στη λήθη, στη ματαίωση, στην απουσία. Στο τέλος όμως κυριαρχεί μία γεύση έντιμου συμβιβασμού. Το Ληθόστρωτο είναι η αναγκαία μας συνθήκη. Το προσωπικό μας μονοπάτι. Επώδυνο και λυτρωτικό ταυτόχρονα.

Υπόκρουση από  Laurie Anderson, Bodies in Motion.

ΨΙΘΥΡΟΙ
Την πονούσες τη Νανά, παίζατε μαζί στη γειτονιά
Βρεθήκατε ύστερα από  πολλές
Μεταθέσεις του μπαμπά της
Η πρώτη κουβέντα της: έχω αλλάξει
Ας μην πούμε για παλιά

Είπαν ότι τρελάθηκε
Την είδαν να τρέχει στο δρόμο
Να μιλά μόνη της και να γελά
Υποθέτοντας πως οι άνθρωποι
Είναι κακόγουστοι, ξεμπέρδεψες

Όταν βγαίνετε όμως
Οι κινήσεις της, σα να ξελασκάρισαν κάπως
-Χέρια πιο γρήγορα
Πόδια ανοιχτά- ένας γνωστός
Τη φώναξε κάποτε
Του λόχου η Νανά

Και πως είχε μείνει έγκυος άκουσες
Και το ‘ριξε κι άλλα πολλά
Που λεν οι άνθρωποι στις πλατείες
Τα μακριά
Επαρχιώτικα βράδια

 
From Series  Modifications  Nr. 5 by John Braken

ΑΒΡΟΤΗΤΕΣ ΠΟΙΗΤΩΝ

Πέρασα όλο το βράδυ
Ψάχνοντας τις πιο ευφάνταστες λέξεις
Που θα έκαναν τον κάθε αναγνώστη
Να διαβάσει το μάλλον
Χαριτωμένο βιβλίο σου

Οι ώρες που έκανα
Για να τη φτιάξω
Ήταν σαφώς περισσότερες
Από αυτές που ξέκλεψα
Να σε διαβάσω

Βλέπεις, με βρήκε
Τρομερό χασμουρητό
Κάποιοι σε θαύμαζαν όμως
Κι εγώ, επίσημα καταχωρημένος
Στους ανθρώπους του πνεύματος

Όφειλα να σε αναδείξω-έτσι έγραψα την κριτική μου
Για το έργο σου, φίλε μου
Που ούτε και εσύ το γνωρίζεις
Και μέχρι κι εγώ
Σχεδόν πείστηκα
Πως είναι πολύ σπουδαίο





 ΟΤΑΝ ΕΠΕΣΕ

Όταν έπεσε, μαζεύτηκαν με τα σακούλια οι φίλοι, οι κάμερες έσπρωχναν κι απαιτούσαν, οι αστυνομικοί περνούσαν κάθε τόσο με τους χάρακες κι εξέταζαν το πλήθος που έμαθε το μάθημά του, οι αυλικοί έδειχναν τ’ άδεια πιάτα και η γυναίκα του

Επέμενε να φορέσει το στέμμα του και του έφτιαχνε το μανδύα που είχε ανέβει στο λαιμό και τον έσφιγγε.

Οι διάδοχοι πάντα

Γυάλιζαν τη σκάλα.




Η  Βάγια Κάλφα γεννήθηκε το 1984 στην Αλεξανδρούπολη. Σπούδασε Νέα Ελληνική Φιλολογία στην Κομοτηνή και στο Μπέρμιγχαμ όπου και ολοκλήρωσε τη μεταπτυχιακή της εργασία με τίτλο "The Poetics of Tasos Leivaditis: from Extroversion to Introversion" (Η ποιητική του Τάσου Λειβαδίτη: από την Εξωστρέφεια στην Εσωστρέφεια"). Το 2012 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Απλά Πράγματα (εκδ. Γαβριηλίδη), για την οποία της απονεμήθηκε το «Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή» από την Εταιρία Συγγραφέων καθώς και το «Βραβείο του Γιώργου Αθάνα» της Ακαδημίας Αθηνών. Η συλλογή ήταν υποψήφια για βράβευση στα λογοτεχνικά βραβεία του Αναγνώστη και στο 33ο Συμπόσιο Πατρών. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστολόγια. Το Ληθόστρωτο είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή, από τις εκδόσεις ΕΚΑΤΗ. 

.......................................................................

Στα ποιήματα της Κυριακής ο Γιώργος Μπρουνιάς (από την ποιητική συλλογή Χνάρια Λαφριά, Εκδόσεις «Το Ροδακιό»,  artpress

Μία νέα στήλη ξεκινά αυτή την Κυριακή στο  artpress «Τα ποιήματα της Κυριακής»  θέλουν να διαβάζονται,  ν’ απαγγέλλονται , να ψιθυρίζονται, να απομνημονεύονται, να μένουν ή να φεύγουν με τις σκέψεις, να ξαναέρχονται  παλιά και νέα.  Τα συναντάμε  με λίγη μουσική, με καφέ και τσιγάρο, με αγουροξυπνημένο βλέμμα· είναι σίγουρο ότι έχουμε την επιείκειά τους.

Για σήμερα πρώτη Κυριακή της στήλης, έχουμε τη συντροφιά του Αθηναίου ποιητή Γιώργο Μπρουνιά με τρία ποιήματα από τη συλλογή «Χνάρια Λαφριά», από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».  Μία συλλογή  ποιημάτων όπου  τα μικρά και ταπεινά της φύσης και των ανθρώπων, γίνονται συνθέσεις στο μεγαλείο της εσωτερικής ζωής. Λυρισμός και ευαισθησία, ήχος υπόκωφος, ερχόμενος από την αρχή ή το τέλος, μας καλεί στην ανίχνευση των αινιγμάτων της ύπαρξης.


ΧΝΑΡΙΑ ΛΑΦΡΙΑ


Καθὼς ἕνα κουμπὶ
ἅμα φαγώνεται ἡ κλωστή του
κρέμεται καὶ πέφτει
ἡ ἀντοχὴ κρατᾶ
ὅσο τὸ ροῦχο εἶναι καινούριο
μέχρι νὰ παλιώσει
Ὁ κόσμος εἶναι ἄλλο
τὸ μέσα κι ἔξω μαζὶ
σάρκα καὶ μυστήριο
κανένας δὲ μπορεῖ νὰ ξεχωρίσει
γιατὶ τὰ δυὸ δίνουν ζωὴ
κι ὅταν πεθαίνουμε ἀκόμη
Μετὰ ἀπὸ μᾶς
μένει τὸ ἀποτύπωμα
ποὺ ἀφήσαμε στὴ γῆ
καθὼς τὸ σχεδίασε ἕνα αἴσθημα
ἀκατανόητο σὰν ἔφτιαχνε
καὶ γυμνοὺς καὶ ντυμένους
καὶ γιὰ ὅλους τοὺς καιροὺς

Foto Turf Circle- Krefeld Germany (1969), Richard Long



ΦΩΝΗ ΑΝΕΜΟΥ


Ὁ ἄνεμος φυσᾶ
κι ἀκούγεται παμπάλαιη σοφία
ἔξω ἀπ’ τὸ παράθυρο
ἡ μάχη τῆς Ἰσσοῦ
τὸ πόντισμα τῆς Ἀτλαντίδας
ἡ σιωπὴ τῶν Πυραμίδων
τὰ μάτια τοῦ Ἀπόλλωνα
μετακινήσεις πληθυσμῶν
μακρινὴ καμπάνα
μαυσωλεῖο τῶν ἄστρων
χαμένο ἀερόστατο
καθένα μὲ τὴ δική του τὴ λαλιὰ
ἀξεχώριστη ἀπὸ τὸν κατασταλαγμένο χρόνο
ὅλα ἕνα τραγούδι
ἔξω ἀπ’ τὸ παράθυρο τοῦ ἀέρα
ὅταν φυσάει
συντροφεύοντας τὴ μοναξιὰ

ΑΠΑΥΓΑΣΜΑ


Κατὰ βάθος δὲν εἴμαστε
ζήτημα φωτὸς μὰ φωτισμοῦ
ζοῦμε σ’ ἀνταύγειες γλυκὲς
ποὺ ἀργοσβήνουν
κανένας μας δὲν ἄκουσε τὸ βρόντο
τῶν κυμάτων στὶς πέτρες πάνω
μεσημέρι ὅταν ὁ ἥλιος
δέσποζε στὴ χτίση
Ποιὸς θὰ θυμᾶται τὸ ξεκίνημα
τῶν βαποριῶν μὲς στὴ βουὴ
τῆς πολιτείας σὰν τὸ μυαλὸ
χαίρεται εἰκόνες βραδινὲς
τοῦ γυρισμοῦ ἀπὸ γαλήνιους δρόμους
σπίτι μ’ ἀδιάβαστα βιβλία
οἰκείους
φαγητὸ στὸ τραπέζι
Στὸν ὕπνο ἀφήνουμε κάποιο ἀμπαζοὺρ
ἀναμμένο νὰ μὴ φτάνουν
τὰ ὄνειρα τῆς ἄγριας γέννας
ματωμένοι καθὼς βγαίναμε
ἀπ’ τὸ τσόφλι
στὴν ἄκρια ἑνὸς κλαριοῦ
τιναγμένο στὸ βοριὰ
ποὺ μᾶς ἔμαθε νὰ τραγουδᾶμε
τὸ χάραμα τῆς μέρας
Δύναμή μας ἡ στιγμὴ
ὅσο κρεμόμαστε στὸν κόσμο
γνώση τὸ φεγγοβόλημα τοῦ στοχασμοῦ
πάνω στοὺς τοίχους


Βιογραφικό -Ο Γιώργος Μπρουνιάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946 και μεγάλωσε στο Χαλάνδρι. Σπούδασε αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας αλλά εργάστηκε σαν δημοσιογράφος στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC στο Λονδίνο (1974-1979), και στις εφημερίδες "Τα Νέα" (1979-1990) και "Η Καθημερινή" (1991-2008). Παρουσιάστηκε στα γράμματα δημοσιεύοντας σε περιοδικά ("Λέξη", "Εκηβόλος") στη δεκαετία του '80. Το 1989 κυκλοφόρησε ως έκδοση του "Εκηβόλου" το πρώτο μέρος από το πεζογράφημά του "Σημειώσεις για ένα Ημερολόγιο". Ακολούθησε το δεύτερο μέρος, το 1990, και, τέλος, από τις νεοσύστατες τότε εκδόσεις "Το Ροδακιό" παρουσιάστηκε το 1993 η συγκεντρωτική έκδοση του Α', Β', και Γ' μέρους του βιβλίου. Ανάμεσα στην πεζογραφία και στον ποιητικό λόγο βρίσκεται το δεύτερο βιβλίο του "Απόσπασμα" ("Το Ροδακιό", 1996). Μετά από μια ανθολογία μεταφρασμένης ιαπωνικής ποίησης με τίτλο "91 Ιαπωνικά ποιήματα συν 1" ("Το Ροδακιό", 2004), η στροφή προς την ποίηση εδραιώνεται με δύο πρωτότυπες συλλογές "Η συντροφιά" (2005) και "Τα άσπρα βότσαλα/Γραμματόσημα" (2006) . Ακολούθησε η "Τέντα στον αέρα" (2009, Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών). Το 2013 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Το Ροδακιό”,  η ποιητική συλλογή «Χνάρια Λαφριά»







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Υπό το φως του μυθιστορήματος» -Σταύρος Ζουμπουλάκης, Εκδόσεις Πόλις

Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς, Γκέοργκ Τρακλ (μετ. Ν. Ερηνάκης)

Ο θησαυρός των ταπεινών, Μωρίς Μάτερλινκ